Αναγνώστες

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Σταύρος Ζουμπουλάκης Αλληγορία του ολοκληρωτισμού

 


Η Καθημερινή, 7 Δεκεμβρίου 2025

Ο Λοιμός του Αντρέα Φραγκιά (1921-2002) πρωτοεκδόθηκε το 1972 από τον ίδιο, χωρίς όνομα εκδοτικού οίκου. Η δεύτερη έκδοση και όλες οι υπόλοιπες έγιναν από τις εκδόσεις Κέδρος. Σύμφωνα με μαρτυρία της κόρης του Άννας Φραγκιά, κατά τη συζήτηση του βιβλίου στη Λέσχη Ανάγνωσης της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος (20. 10. 2025, με εισηγητή τον Στρατή Μπουρνάζο), ο Φραγκιάς το εξέδωσε μόνος του, γιατί δεν ήθελε να δημιουργήσει προβλήματα στη Νανά Καλλιανέση (1915 -1988) του Κέδρου. Διάβασα το μυθιστόρημα σε εκείνη την πρώτη έκδοση και συγκλονίστηκα. Όπως όλοι οι νεαροί αριστεροί της εποχής το διάβασα και εγώ ως ένα μυθιστόρημα για το κολαστήριο της Μακρονήσου -και ας μην υπήρχε η λέξη στο κείμενο- και έμμεσα για τους νέους τόπους εξορίας στα ξερονήσια που είχε ανοίξει η χούντα. Κάτι μισοξέραμε για τη Μακρόνησο και στο βιβλίο υπήρχαν ορισμένα ίχνη που μας παρέπεμπαν εκεί. Δεν το ξαναδιάβασα έκτοτε. Φέτος (2025) το βιβλίο επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Ποταμός, με εξαιρετικό Επίμετρο του φιλολόγου και συγγραφέα Δημήτρη Χριστόπουλου, όπου αναλύει διεξοδικά τη λογοτεχνική στρατηγική και αξία του Λοιμού. Πριν συνεχίσω, θα ήθελα να σημειώσω ότι υπάρχει μια φιλολογική εκκρεμότητα που καλό θα ήταν να λυθεί. Ξέρουμε ότι το βιβλίο ήταν έτοιμο προς έκδοση από τις εκδόσεις Θεμέλιο το 1967, με τίτλο «Τα ζώα» και υπότιτλο «Σημειώσεις φυσικής ιστορίας», αλλά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ματαίωσε την έκδοση και ο Φραγκιάς έφυγε για τη Γαλλία. Αν το βιβλίο είχε σελιδοποιηθεί και ήταν έτοιμο προς έκδοση, τι απέγιναν τα τυπογραφικά δοκίμια; Τι απέγιναν τα χειρόγραφα ή δακτυλόγραφα του μυθιστορήματος; Ο Χριστόπουλος μας λέει ότι ο Φραγκιάς περιμάζεψε «από τον κάδο απορριμμάτων του σπιτιού του τα χειρόγραφα» (σ. 260). Τον Σεπτέμβριο του 1967 ο Φραγκιάς επιστρέφει οικογενειακά οδικώς από τη Γαλλία μέσω Γιουγκοσλαβίας. Σύμφωνα πάλι με τη μαρτυρία της κόρης του, η οικογένεια έσκισε τα χειρόγραφα στα σύνορα με την Ελλάδα. Ποια χειρόγραφα; Εκείνα που είχε βρει στα σκουπίδια και είχε πάρει ενδεχομένως μαζί του ή άλλα που ίσως είχε γράψει στο Παρίσι; Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να βρίσκαμε λίγες σελίδες από την πρώτη γραφή. Όπως και να ’χει, ο Φραγκιάς ξανάγραψε το βιβλίο του και είναι απολύτως βέβαιο ότι το έγραψε διαφορετικά, κανείς εξάλλου δεν μπορεί να ξαναγράψει πανομοιότυπα τίποτε, ούτε καν μια επιστολή λίγων αράδων. Έχουν άλλωστε μεσολαβήσει πολλά από την πρώτη γραφή ως τη δεύτερη: η δικτατορία στην Ελλάδα και η εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα (γεγονός πολύ σημαντικό για έναν αριστερό της εποχής). Πόσο διαφορετικά το έγραψε δεν μπορεί κανείς να το πει.

     Στον Λοιμό δεν υπάρχουν τοπωνύμια, χρονολογίες, ονόματα προσώπων, κανένα απολύτως ιστορικό σημάδι. Η άποψη ότι ο Φραγκιάς το έκανε αυτό για να αποφύγει τον σκόπελο της κατασταλτικής λογοκρισίας είναι απολύτως αβάσιμη. Αν ο Φραγκιάς ήθελε πράγματι να γράψει ένα χρονικό της Μακρονήσου, στην πρώτη μεταπολιτευτική έκδοση του βιβλίου θα πρόσθετε ένα σημείωμα λίγων αράδων και θα μας εξηγούσε τη στάση του. Από την ιστορική Μακρόνησο, που αποτελεί την αφετηριακή εμπειρική πηγή του συγγραφέα, ο οποίος είχε εξοριστεί εκεί το 1950-1952, μένουν ορισμένα υπαινικτικά ίχνη, όπως η χαράδρα, τα σακιά με τις αγριόγατες, η υπογραφή, η μετάνοια, ο φρονηματισμός, η αναμόρφωση. Από την άλλη, δεν υπήρχε εκεί κυνήγι μυγών, αρουραίοι, άσπρες μπλούζες, τάφοι ως κατοικία. Κοντολογίς, όσο θεμιτή και αν ήταν τότε, το 1972, η ανάγνωση του «Λοιμού» ως καταγγελία της Μακρονήσου και έμμεσα της χούντας, ήταν πάντως περιοριστική.

     Σήμερα, με τη νέα ανάγνωση, είμαι πεπεισμένος, ότι ο «Λοιμός» είναι αλληγορία για τον ολοκληρωτισμό, το μέγα πολιτικό γεγονός του 20ού αιώνα, εντελώς διαφορετικό από όλες τις γνωστές ως τότε μορφές πολιτικής καταπίεσης. Το φαινόμενο, που ανέλυσε αξεπέραστα η Χάννα Άρεντ, δεν περιορίστηκε στον γερμανικό ναζισμό και τον σοβιετικό κομμουνισμό, καθώς υπήρξε λίγο αργότερα η μαοϊκή Κίνα και η Καμπότζη του Πολ Ποτ, που είναι ίσως το καθεστώς το οποίο έφτασε πιο κοντά από όλα τα άλλα στην πραγμάτωση του ολοκληρωτικού εφιάλτη. Δεν πιστεύω ότι ο Φραγκιάς γνώριζε το έργο της Άρεντ, είχε όμως συλλάβει καίρια ορισμένα από τα βασικά γνωρίσματα του ολοκληρωτισμού: απανθρωποποίηση (στον «Λοιμό» οι άνθρωποι αισθάνονται ότι μεταμορφώνονται σε έντομα), ακραίος παραλογισμός, κατάργηση κάθε ιδιωτικότητας, φόβος, μοναξιά, ερήμωση των ανθρώπων, και κάτι ακόμη πιο κρίσιμο: «Αυτό που έχει ανάγκη η ολοκληρωτική εξουσία για να καθοδηγήσει τη συμπεριφορά των υπηκόων της είναι μια προετοιμασία που καθιστά καθέναν από αυτούς ικανό να παίξει εξίσου καλά τον ρόλο του δήμιου όσο και του θύματος» (Arendt, Les Origines du totalitarisme, Eichmann à Jerusalem, Gallimard/Quarto, 2002, σ. 824). Από τη λοιμική του ολοκληρωτισμού κανείς δεν είναι προφυλαγμένος. Αν δεν γνώριζε την Άρεντ, είναι βέβαιο ότι ο Φραγκιάς γνώριζε το έργο του Κάφκα.

     Ο Λοιμός όχι μόνο δεν είναι χρονικό της Μακρονήσου, αλλά υπερβαίνει και τα όρια της στρατοπεδικής λογοτεχνίας. Ο Λοιμός είναι το ελληνικό μυθιστόρημα για το ολοκληρωτικό σύστημα, γι’ αυτό αφορά και αναγνώστες, Έλληνες και ξένους, που αγνοούν ακόμη και την ύπαρξη της Μακρονήσου. Αν ωστόσο η ανάγνωση του Λοιμού ως μυθιστορήματος για τη Μακρόνησο είναι περιοριστική, μια διασταλτική ερμηνεία του, που θα θεωρούσε ότι αλληγορεί για κάθε μορφή ελέγχου ή εγκλεισμού που υπάρχει και στις φιλελεύθερες κοινωνίες, δεν είναι λιγότερο απαράδεκτη.

     Η τελευταία λέξη του βιβλίου είναι, μελετημένα, το ρήμα «έζησαν»: «Η αλήθεια όμως είναι ότι οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι έζησαν». Η φράση δεν έχει τίποτε το ηρωικό. Αντιλαμβάνομαι το ρήμα με διττή σημασία: και υπήρξαν και επέζησαν. Οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι υπήρξαν πράγματι, δεν είναι πλάσματα της φαντασίας, και μάλιστα κατάφεραν και να επιζήσουν, δεν τους αφάνισε η βία και ο τρόμος. Κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς φαντάζεται ότι θα μείνει αιώνιο (βλ. το κήρυγμα για τη χιλιετή βασιλεία του Ράιχ), θέλει να ορίζει το τέλος και την ολοκλήρωση της ιστορίας. Κανένα τους δεν τα κατάφερε, γιατί βρίσκονταν πάντα εκείνοι που δεν εξανδραποδίστηκαν, που η ψυχή τους δεν αλώθηκε, που διέσωσαν την ανθρωπιά τους. Το ζοφερό αυτό βιβλίο κλείνει με ελπίδα!

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: