Αναγνώστες

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Ηλίας Μαγκλίνης, Ο Κάφκα στη Μακρόνησο

Ο Κάφκα στη Μακρόνησο

Επανέκδοση του «Λοιμού» του Αντρέα Φραγκιά, ενός μυθιστορήματος για την ανθρώπινη κτηνωδία

ο-κάφκα-στη-μακρόνησο-563562262
Ο Αντρέας Φραγκιάς στο γραφείο του στην «Καθημερινή», Σωκράτους 57. Ο συγγραφέας του «Λοιμού» εργάστηκε στην «Κ» προδικτατορικά και από το 1974
έως τα χρόνια της εξαγοράς του εντύπου από τον Γιώργο Κοσκωτά, οπότε και παραιτήθηκε.


16.04.2025 

Αυτή την εβδομάδα οι εκδόσεις Ποταμός επανακυκλοφορούν ένα κλασικό σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα: ο «Λοιμός» του Αντρέα Φραγκιά (1921-2002). Ενα από τα καταστατικά νεοελληνικά αφηγήματα πάνω στον τρόμο και την αθλιότητα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε μέσα από το ελεεινό «πείραμα» της Μακρονήσου. Ο «Λοιμός», ωστόσο, είναι γραμμένος με τόση σοφία που υπερβαίνει κατά πολύ το ιστορικό του πλαίσιο και, στην ουσία, θίγει με τρόπο απαράμιλλο την ανθρώπινη ικανότητα για κτηνωδία αλλά και την ανθρώπινη αντοχή και αξιοπρέπεια.

Η νέα έκδοση του «Λοιμού» από τον Ποταμό περιλαμβάνει αναλυτικό και κατατοπιστικό επίμετρο του πεζογράφου Δημήτρη Χριστόπουλου. «Ο “Λοιμός”», γράφει, «πραγματεύεται σκοτεινές πτυχές της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, συλλογικά και ατομικά τραύματα και επώδυνες μνήμες, με τρόπο όμως που θυμίζει ενίοτε την μπρεχτική αποστασιοποίηση, καθώς ο αφηγητής δεν ταυτίζεται εντελώς με τους υποτυπώδεις χαρακτήρες, αλλά επιμένει σε μια αφήγηση πέρα από χρονικά και τοπικά πλαίσια αρθρώνοντας ένα αφήγημα όπου καθίσταται δυσδιάκριτο το ιστορικό πλαίσιο ως υπόβαθρο της μυθοπλασίας, θυμίζοντάς μας τελικά πόσο λίγο απέχει το Σούνιο από τη Μακρόνησο, ο πολιτισμός από τη βαρβαρότητα –για να παραφράσουμε τον Τζορτζ Στάινερ– όταν ο δυτικός πολιτισμός υποκύπτει στο ένστικτο του θανάτου».

Ο «Λοιμός» κυκλοφόρησε το 1972, σε μια περίοδο κατά την οποία κυοφορήθηκε το πνεύμα πολιτικοποίησης που, αναπόφευκτα, κυριάρχησε αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας στην κοινωνική και πνευματική ζωή της χώρας. Ωστόσο, παρά τον έκδηλα πολιτικό χαρακτήρα του, το μυθιστόρημα μικρή σχέση έχει με το πνεύμα της εποχής εκείνης. Ο «Λοιμός» δεν περιείχε τίποτε απ’ όσα ζητούσε η Μεταπολίτευση: στόμφο, ρητορείες, έξαρση συναισθημάτων, ιδεολογικοποίηση της γραφής, στρατευμένη τέχνη, κοινωνική καταγγελία κ.λπ. Κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο στέκει σαν μια παραφωνία στο πνεύμα της εποχής. Ο «Λοιμός», με τις τεχνικές του υπαινιγμού και τα εφιαλτικά του σχήματα, είναι όχι μόνο παράταιρος με κάθε τι «στρατευμένο» αλλά και εξόριστος – όσο εξόριστα είναι τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν. Ένα «εξόριστο» βιβλίο, λοιπόν, με θέμα την εξορία.

«Επιμένει σε μια αφήγηση», σχολιάζει ο Χριστόπουλος, «πέρα από χρονικά και τοπικά πλαίσια (…), θυμίζοντάς μας πόσο λίγο απέχει το Σούνιο από τη Μακρόνησο, ο πολιτισμός από τη βαρβαρότητα –για να παραφράσουμε τον Τζορτζ Στάινερ– όταν ο δυτικός πολιτισμός υποκύπτει στο ένστικτο του θανάτου».

 

Ας θυμηθούμε πώς ανοίγει, αλλά και πώς κλείνει το μυθιστόρημα. Η αρχή: «Κάποια μέρα που φυσούσε δυνατά, κάποιος ρώτησε: “Μπορώ να πιω νερό;”. Κι ήταν πολύ φυσικό γιατί έσκαβε από το πρωί, η άμμος έτριζε τα δόντια του και τα χείλια του είχαν ξεραθεί. Για να κάνεις όμως οτιδήποτε, πρέπει να σου το επιτρέψουν. Είναι νόμος».

Και το τέλος του μυθιστορήματος: «Τους οδήγησαν στην παραλία. Εκεί φέρανε και τα κασόνια με τις αγριόγατες που μάζεψαν στο βουνό. Εβαλαν τον καθένα σ’ ένα σακί και ρίξανε μέσα του και μια γάτα. Δέσανε σφιχτά το σακί με χοντρό σκοινί κι άρχισαν να χτυπούν τη γάτα. Ύστερα βούτηξαν το σακί στη θάλασσα. Το τράβηξαν. Το βουτούσαν και το ξανατραβούσαν πολλές φορές. Ακούστηκαν πολλά γι’ αυτές τις επιχειρήσεις. Έγιναν κάπως κρυφά και διαδόθηκαν πολλές εκδοχές. Η αλήθεια όμως είναι ότι οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι έζησαν».

«Τους οδήγησαν στην παραλία. Εκεί φέρανε και τα κασόνια με τις αγριόγατες που μάζεψαν στο βουνό. Έβαλαν τον καθένα σ’ ένα σακί και ρίξανε μέσα του και μια γάτα. Δέσανε σφιχτά το σακί με χοντρό σκοινί κι άρχισαν να χτυπούν τη γάτα. Ύστερα βούτηξαν το σακί στη θάλασσα».

 

Τόσο απλά, τόσο δραστικά. Μια ξερή, παρατακτική αφήγηση, στακάτος διάλογος, καμία δραματοποίηση – μονάχα αυτό το επίθετο «εκπληκτικοί» ξεχωρίζει δίνοντας ένα απαραίτητο χρώμα ανθρωπιάς στην κτηνωδία. Κατά τον κριτικό Δημήτρη Ραυτόπουλο, «ο Αντρέας Φραγκιάς είναι ο κατεξοχήν μυθιστοριογράφος του μεταπολέμου. (…) Η πεζογραφία του Φραγκιά βρέθηκε μέσα στην κοίτη του κοινωνικού ρεαλισμού, χωρίς να παρασυρθεί στην κανονιστική εκτροπή του, τον “σοσιαλιστικό ρεαλισμό”. Αντίθετα, προχώρησε από τη διακριτική ανανέωση προς την ανατροπή των συμβατικών ορίων του ρεαλισμού, φέρνοντας το κοινωνικό μυθιστόρημα σε μια προσεκτική και αντιδογματική νεοτερικότητα».

Ο «Λοιμός» –το ξέρουμε καλά όλοι από τότε που κυκλοφόρησε το βιβλίο– αφηγείται τον εφιάλτη των εξορίστων στη Μακρόνησο (απ’ όπου πέρασε και ο συγγραφέας: ως 19χρονος στρατιώτης στάλθηκε εκεί εξαιτίας των «κοινωνικών του φρονημάτων» το 1950. Υπηρέτησε εκεί και με εξαίρεση μια άδεια ενός περίπου χρόνου επέστρεψε το 1952 για να τελειώσει το μαρτύριο ένα χρόνο μετά). Ωστόσο, ο «Λοιμός» πηγαίνει πίσω και πέρα από το ιστορικό γεγονός. Είτε πρόκειται για τη συγκέντρωση μυγών από τους εξόριστους είτε για την «εκπαίδευσή» τους σε βασανιστές (μερικές από τις πλέον καθηλωτικές σελίδες του βιβλίου), δεν υπάρχει ουσιαστική πλοκή παρά μια σειρά από εφιαλτικές εικόνες.

Ο Κάφκα στη Μακρόνησο-1

Μακρόνησος, 30 Ιουλίου 1950. Ο Αντρέας Φραγκιάς πρώτος από δεξιά. Οι εμπειρίες του εκεί του ενέπνευσαν τον «Λοιμό».

 

Ο εφιάλτης εδώ έχει κάτι έντονα καφκικό: όπως σε ένα εφιαλτικό όνειρο δεν αναρωτιέται ο ονειρευτής για το παράλογο των καταστάσεων που βιώνει, έτσι και στο σύμπαν του βιβλίου, ο εφιάλτης αποκτά έναν αμείλικτο, αλλόκοτο, γκροτέσκο ρεαλισμό, που δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση. Υπό μία έννοια, ο «Λοιμός» της πεζογραφίας στέκεται πλάι πλάι με τα εφιαλτικά ποιήματα που έγραψε ο Μίλτος Σαχτούρης τα χρόνια που ο συγγραφέας βρισκόταν από τη Μακρόνησο, το «Θηρίο», τον «Στρατιώτη ποιητή» κ.ά.

Περίπου τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του «Λοιμού» ο Παντελής Βούλγαρης γύρισε την ταινία «Happy Day» στην οποία, και πάλι δίχως να κατονομάζεται, το σκηνικό είναι η Μακρόνησος (μάλιστα, η ταινία γυρίστηκε στη Μακρόνησο). Σε κουβέντα που είχα με τον Π. Βούλγαρη στο γραφείο που κάποτε διατηρούσε στα Εξάρχεια, για λογαριασμό του περιοδικού «Διαβάζω» το μακρινό 2002 (είχα στο τεύχος Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς επιμεληθεί αφιέρωμα στον Φραγκιά και ειδικά στον «Λοιμό», απ’ όπου και ορισμένες από τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν εδώ), μου είχε πει ότι η ιδέα για την ταινία ήταν κάτι ανεξάρτητο από το μυθιστόρημα, «όμως το ένα συνδέθηκε με το άλλο. Το οικογενειακό μου περιβάλλον είχε θύματα και από τις δύο πλευρές, κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου προσπαθώ να καταλάβω τι συνέβη όλη εκείνη την περίοδο. (…) Οταν λοιπόν κυκλοφόρησε το 1972 ο “Λοιμός” μέσα στη δικτατορία, είδα ότι ο Φραγκιάς οργάνωνε όλο αυτό το υλικό σε ένα φανταστικό στρατόπεδο (αυτό, υποπτεύομαι, είχε και πρακτικούς λόγους: το βιβλίο δεν θα περνούσε διαφορετικά από τις υπηρεσίες λογοκρισίας)».

Ο Π. Βούλγαρης, που τόνισε πως «είχαμε όλοι μεγαλώσει με τα βιβλία του Φραγκιά», ζήτησε να συναντηθεί μαζί του. «Διαβάζοντας το βιβλίο είδα ότι η λύση της απόδοσης μιας διαχρονικής αλλοτρίωσης, του ανθρώπινου ευτελισμού όπου δεν κατονομάζεις άμεσα τα πράγματα, την οποία ακολουθούσε ο Φραγκιάς στον “Λοιμό”, ήταν αυτή που έπρεπε να ακολουθήσω κι εγώ. Μου έδινε μια ελευθερία, κυρίως να μπω πιο βαθιά στο θέμα μου.

»Ζήτησα και συναντήθηκα μαζί του. Γνώρισα έναν πολύ γλυκό, χαμηλότονο και ταπεινό άνθρωπο. Του μίλησα για την ταινία που ήθελα να κάνω και μου έδωσε την άδεια να χρησιμοποιήσω στοιχεία από το μυθιστόρημα. (…) Ο “Λοιμός” μού έδωσε με τον καλύτερο τρόπο την ψυχολογική διάσταση που αναζητούσα στο “Happy Day”. Μπορεί λοιπόν η ταινία να μην είναι μια καθαρή κινηματογραφική διασκευή του “Λοιμού”, έχει όμως συγκεκριμένα δάνεια από το μυθιστόρημα και γι’ αυτό το όνομα του συγγραφέα και ο τίτλος του βιβλίου αναφέρονται στους τίτλους της ταινίας».

Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς είχε χαρακτηρίσει τον «Λοιμό» «έργο βαρυσήμαντο» και «αριστουργηματικό». Αλιεύουμε εδώ από την κριτική ενός άλλου μεγάλου μας πεζογράφου για έναν ακόμη λόγο: Κοτζιάς και Φραγκιάς συνυπήρξαν δημοσιογράφοι στα γραφεία της «Κ» στην οδό Σωκράτους. Ο Κοτζιάς είχε την ευθύνη των φιλολογικών σελίδων της «Κ» από το 1975 έως το 1981.

Ο Φραγκιάς ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία αμέσως μετά την απόλυσή του από τη Μακρόνησο. Στην «Κ» ήρθε πριν τη δικτατορία, κατά τη διάρκεια της οποίας η «Κ» έκλεισε, και επανήλθε το 1974 και εργάστηκε έως τα χρόνια της αγοράς του εντύπου από τον Γιώργο Κοσκωτά, οπότε και παραιτήθηκε.  Έγραψε μονάχα μυθιστορήματα, συνεργάστηκε με το περιοδικό «Αντί», τιμήθηκε με κρατικά βραβεία Λογοτεχνίας.

Ο Κάφκα στη Μακρόνησο-3


x

Σταύρος Ζουμπουλάκης Αλληγορία του ολοκληρωτισμού

 


Η Καθημερινή, 7 Δεκεμβρίου 2025

Ο Λοιμός του Αντρέα Φραγκιά (1921-2002) πρωτοεκδόθηκε το 1972 από τον ίδιο, χωρίς όνομα εκδοτικού οίκου. Η δεύτερη έκδοση και όλες οι υπόλοιπες έγιναν από τις εκδόσεις Κέδρος. Σύμφωνα με μαρτυρία της κόρης του Άννας Φραγκιά, κατά τη συζήτηση του βιβλίου στη Λέσχη Ανάγνωσης της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος (20. 10. 2025, με εισηγητή τον Στρατή Μπουρνάζο), ο Φραγκιάς το εξέδωσε μόνος του, γιατί δεν ήθελε να δημιουργήσει προβλήματα στη Νανά Καλλιανέση (1915 -1988) του Κέδρου. Διάβασα το μυθιστόρημα σε εκείνη την πρώτη έκδοση και συγκλονίστηκα. Όπως όλοι οι νεαροί αριστεροί της εποχής το διάβασα και εγώ ως ένα μυθιστόρημα για το κολαστήριο της Μακρονήσου -και ας μην υπήρχε η λέξη στο κείμενο- και έμμεσα για τους νέους τόπους εξορίας στα ξερονήσια που είχε ανοίξει η χούντα. Κάτι μισοξέραμε για τη Μακρόνησο και στο βιβλίο υπήρχαν ορισμένα ίχνη που μας παρέπεμπαν εκεί. Δεν το ξαναδιάβασα έκτοτε. Φέτος (2025) το βιβλίο επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Ποταμός, με εξαιρετικό Επίμετρο του φιλολόγου και συγγραφέα Δημήτρη Χριστόπουλου, όπου αναλύει διεξοδικά τη λογοτεχνική στρατηγική και αξία του Λοιμού. Πριν συνεχίσω, θα ήθελα να σημειώσω ότι υπάρχει μια φιλολογική εκκρεμότητα που καλό θα ήταν να λυθεί. Ξέρουμε ότι το βιβλίο ήταν έτοιμο προς έκδοση από τις εκδόσεις Θεμέλιο το 1967, με τίτλο «Τα ζώα» και υπότιτλο «Σημειώσεις φυσικής ιστορίας», αλλά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ματαίωσε την έκδοση και ο Φραγκιάς έφυγε για τη Γαλλία. Αν το βιβλίο είχε σελιδοποιηθεί και ήταν έτοιμο προς έκδοση, τι απέγιναν τα τυπογραφικά δοκίμια; Τι απέγιναν τα χειρόγραφα ή δακτυλόγραφα του μυθιστορήματος; Ο Χριστόπουλος μας λέει ότι ο Φραγκιάς περιμάζεψε «από τον κάδο απορριμμάτων του σπιτιού του τα χειρόγραφα» (σ. 260). Τον Σεπτέμβριο του 1967 ο Φραγκιάς επιστρέφει οικογενειακά οδικώς από τη Γαλλία μέσω Γιουγκοσλαβίας. Σύμφωνα πάλι με τη μαρτυρία της κόρης του, η οικογένεια έσκισε τα χειρόγραφα στα σύνορα με την Ελλάδα. Ποια χειρόγραφα; Εκείνα που είχε βρει στα σκουπίδια και είχε πάρει ενδεχομένως μαζί του ή άλλα που ίσως είχε γράψει στο Παρίσι; Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να βρίσκαμε λίγες σελίδες από την πρώτη γραφή. Όπως και να ’χει, ο Φραγκιάς ξανάγραψε το βιβλίο του και είναι απολύτως βέβαιο ότι το έγραψε διαφορετικά, κανείς εξάλλου δεν μπορεί να ξαναγράψει πανομοιότυπα τίποτε, ούτε καν μια επιστολή λίγων αράδων. Έχουν άλλωστε μεσολαβήσει πολλά από την πρώτη γραφή ως τη δεύτερη: η δικτατορία στην Ελλάδα και η εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα (γεγονός πολύ σημαντικό για έναν αριστερό της εποχής). Πόσο διαφορετικά το έγραψε δεν μπορεί κανείς να το πει.

     Στον Λοιμό δεν υπάρχουν τοπωνύμια, χρονολογίες, ονόματα προσώπων, κανένα απολύτως ιστορικό σημάδι. Η άποψη ότι ο Φραγκιάς το έκανε αυτό για να αποφύγει τον σκόπελο της κατασταλτικής λογοκρισίας είναι απολύτως αβάσιμη. Αν ο Φραγκιάς ήθελε πράγματι να γράψει ένα χρονικό της Μακρονήσου, στην πρώτη μεταπολιτευτική έκδοση του βιβλίου θα πρόσθετε ένα σημείωμα λίγων αράδων και θα μας εξηγούσε τη στάση του. Από την ιστορική Μακρόνησο, που αποτελεί την αφετηριακή εμπειρική πηγή του συγγραφέα, ο οποίος είχε εξοριστεί εκεί το 1950-1952, μένουν ορισμένα υπαινικτικά ίχνη, όπως η χαράδρα, τα σακιά με τις αγριόγατες, η υπογραφή, η μετάνοια, ο φρονηματισμός, η αναμόρφωση. Από την άλλη, δεν υπήρχε εκεί κυνήγι μυγών, αρουραίοι, άσπρες μπλούζες, τάφοι ως κατοικία. Κοντολογίς, όσο θεμιτή και αν ήταν τότε, το 1972, η ανάγνωση του «Λοιμού» ως καταγγελία της Μακρονήσου και έμμεσα της χούντας, ήταν πάντως περιοριστική.

     Σήμερα, με τη νέα ανάγνωση, είμαι πεπεισμένος, ότι ο «Λοιμός» είναι αλληγορία για τον ολοκληρωτισμό, το μέγα πολιτικό γεγονός του 20ού αιώνα, εντελώς διαφορετικό από όλες τις γνωστές ως τότε μορφές πολιτικής καταπίεσης. Το φαινόμενο, που ανέλυσε αξεπέραστα η Χάννα Άρεντ, δεν περιορίστηκε στον γερμανικό ναζισμό και τον σοβιετικό κομμουνισμό, καθώς υπήρξε λίγο αργότερα η μαοϊκή Κίνα και η Καμπότζη του Πολ Ποτ, που είναι ίσως το καθεστώς το οποίο έφτασε πιο κοντά από όλα τα άλλα στην πραγμάτωση του ολοκληρωτικού εφιάλτη. Δεν πιστεύω ότι ο Φραγκιάς γνώριζε το έργο της Άρεντ, είχε όμως συλλάβει καίρια ορισμένα από τα βασικά γνωρίσματα του ολοκληρωτισμού: απανθρωποποίηση (στον «Λοιμό» οι άνθρωποι αισθάνονται ότι μεταμορφώνονται σε έντομα), ακραίος παραλογισμός, κατάργηση κάθε ιδιωτικότητας, φόβος, μοναξιά, ερήμωση των ανθρώπων, και κάτι ακόμη πιο κρίσιμο: «Αυτό που έχει ανάγκη η ολοκληρωτική εξουσία για να καθοδηγήσει τη συμπεριφορά των υπηκόων της είναι μια προετοιμασία που καθιστά καθέναν από αυτούς ικανό να παίξει εξίσου καλά τον ρόλο του δήμιου όσο και του θύματος» (Arendt, Les Origines du totalitarisme, Eichmann à Jerusalem, Gallimard/Quarto, 2002, σ. 824). Από τη λοιμική του ολοκληρωτισμού κανείς δεν είναι προφυλαγμένος. Αν δεν γνώριζε την Άρεντ, είναι βέβαιο ότι ο Φραγκιάς γνώριζε το έργο του Κάφκα.

     Ο Λοιμός όχι μόνο δεν είναι χρονικό της Μακρονήσου, αλλά υπερβαίνει και τα όρια της στρατοπεδικής λογοτεχνίας. Ο Λοιμός είναι το ελληνικό μυθιστόρημα για το ολοκληρωτικό σύστημα, γι’ αυτό αφορά και αναγνώστες, Έλληνες και ξένους, που αγνοούν ακόμη και την ύπαρξη της Μακρονήσου. Αν ωστόσο η ανάγνωση του Λοιμού ως μυθιστορήματος για τη Μακρόνησο είναι περιοριστική, μια διασταλτική ερμηνεία του, που θα θεωρούσε ότι αλληγορεί για κάθε μορφή ελέγχου ή εγκλεισμού που υπάρχει και στις φιλελεύθερες κοινωνίες, δεν είναι λιγότερο απαράδεκτη.

     Η τελευταία λέξη του βιβλίου είναι, μελετημένα, το ρήμα «έζησαν»: «Η αλήθεια όμως είναι ότι οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι έζησαν». Η φράση δεν έχει τίποτε το ηρωικό. Αντιλαμβάνομαι το ρήμα με διττή σημασία: και υπήρξαν και επέζησαν. Οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι υπήρξαν πράγματι, δεν είναι πλάσματα της φαντασίας, και μάλιστα κατάφεραν και να επιζήσουν, δεν τους αφάνισε η βία και ο τρόμος. Κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς φαντάζεται ότι θα μείνει αιώνιο (βλ. το κήρυγμα για τη χιλιετή βασιλεία του Ράιχ), θέλει να ορίζει το τέλος και την ολοκλήρωση της ιστορίας. Κανένα τους δεν τα κατάφερε, γιατί βρίσκονταν πάντα εκείνοι που δεν εξανδραποδίστηκαν, που η ψυχή τους δεν αλώθηκε, που διέσωσαν την ανθρωπιά τους. Το ζοφερό αυτό βιβλίο κλείνει με ελπίδα!

 

Κριτικές για την νέα έκδοση του Λοιμού, εκδόσεις Ποταμός 2025

 

Εκδόσεις Ποταμός, Λοιμός 2025


Τους οδήγησαν όλους στην παραλία. Εκεί φέρανε και τα κασόνια με τις αγριόγατες που μάζεψαν στο βουνό. Έβαλαν τον καθένα σ’ ένα σακί και ρίξανε μέσα του και μια γάτα. Δέσανε σφιχτά το σακί με χοντρό σκοινί κι άρχισαν να χτυπούν τη γάτα. Ύστερα βούτηξαν το σακί στη θάλασσα. Το τράβηξαν. Το βουτούσαν και το ξανατραβούσαν πολλές φορές. 

«Το βιβλίο αυτό του Φραγκιά πέρα από τ’ άλλα αποτελεί και το χαρακτηριστικότερο ίσως δείγμα της ηθικής εγρήγορσης απέναντι στον εφιάλτη της σύγχρονης ζωής, εγρήγορσης που συνιστά τίτλο τιμής για την τέχνη τόσων και τόσων μεταπολεμικών πεζογράφων μας». Αλέξανδρος Κοτζιάς

«Τον Ανδρέα Φραγκιά θα τον διαβάζουμε και θα τον ξαναδιαβάζουμε – επειδή και είχε να πει και είχε τρόπο να τα πει, ένα «μάγο ύφος» […] επειδή όσα έθιξε στα κείμενά του και η λογοτεχνική μέθοδος με την οποία τα ανέδειξε εξακολουθούν να προηγούνται σε πολλά της πεζογραφίας η οποία τον ακολούθησε, κυρίως δε εκείνης που καταπιάστηκε με θέματα ίδια με τα δικά του». Παντελής Μπουκάλας

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΓΡΑΨΑΝ:

Βιβλία για τις γιορτές (7) 12 κείμενα για τη σκέψη και την κοινωνία
Μια περιδιάβαση σε βιβλία λογοτεχνικού ρεαλισμού, δοκίμια για την κοινωνία, την πολιτική, τις ιδέες.

Το εμβληματικό ως προς την αξία των υποδηλώσεών του μυθιστόρημα του Ανδρέα Φραγκιά, που πρωτοεκδόθηκε το 1972, στο οποίο με αφορμή τη δική του εμπειρία από την εξορία στη Μακρόνησο, την οποία δεν αναφέρει, γράφει για το νησί της φρικιαστικής χαράδρας, για τη «Μακρόνησο της Μακρόνησος» ή την «Κόλαση του κολασττηρίου», τη Σ.Φ.Α., χωρίς πουθενά τις κατονομάζει, αλλά και για τη βία ως συνθήκη πραγμάτωσης κάθε ολοκληρωτισμού. Η παρούσα πολύ καλή έκδοση των εκδόσεων «Ποταμός», περιλαμβάνουσα και ένα πολύ ενδιαφέρον επίμετρο, μας ξαναθυμίζει τη γραφή που δεν εστιάζεται σε κεντρικό πρόσωπο, αλλά συνθέτει κομμάτια  από το λόγο και τη φωνή πολλών ανθρώπων, των οποίων η φωνή μπορεί πάντα να πνιγεί και οι ίδιοι να συνθλιβούν στη μέγγενη μιας αυταρχική εξουσίας. Ο τρόπος με τον οποίο γράφει ο Ανδρέας Φραγκιάς κάνει το μυθιστόρημά του να εκτείνεται πέραν των ορίων συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας, χωρίς όμως και να την αφήνει οριστικά πίσω του: την φέρει, όχι ως αποσκευή, αλλά ως δυνητικώς ενεργό κατάσταση –  και σήμερα και για το όποιο απευκταίο, αλλά και επίφοβο πιθανό μέλλον –  για κάθε κοινωνία που υποτιμά την αξία της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Στέφανος Δημητρίου, oanagnostis, 17.12.2025

 

Αλληγορία του ολοκληρωτισμού
Ο Λοιμός του Αντρέα Φραγκιά (1921-2002) πρωτοεκδόθηκε το 1972 από τον ίδιο, χωρίς όνομα εκδοτικού οίκου. Η δεύτερη έκδοση και όλες οι υπόλοιπες έγιναν από τις εκδόσεις Κέδρος. Σύμφωνα με μαρτυρία της κόρης του Άννας Φραγκιά, κατά τη συζήτηση του βιβλίου στη Λέσχη Ανάγνωσης της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος (20. 10. 2025, με εισηγητή τον Στρατή Μπουρνάζο), ο Φραγκιάς το εξέδωσε μόνος του, γιατί δεν ήθελε να δημιουργήσει προβλήματα στη Νανά Καλλιανέση (1915-1988) του Κέδρου. Διάβασα το μυθιστόρημα σε εκείνη την πρώτη έκδοση και συγκλονίστηκα. Όπως όλοι οι νεαροί αριστεροί της εποχής το διάβασα και εγώ ως ένα μυθιστόρημα για το κολαστήριο της Μακρονήσου -και ας μην υπήρχε η λέξη στο κείμενο- και έμμεσα για τους νέους τόπους εξορίας στα ξερονήσια που είχε ανοίξει η χούντα. Κάτι μισοξέραμε για τη Μακρόνησο και στο βιβλίο υπήρχαν ορισμένα ίχνη που μας παρέπεμπαν εκεί. Δεν το ξαναδιάβασα έκτοτε. Φέτος (2025) το βιβλίο επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Ποταμός, με εξαιρετικό Επίμετρο του φιλολόγου και συγγραφέα Δημήτρη Χριστόπουλου, όπου αναλύει διεξοδικά τη λογοτεχνική στρατηγική και αξία του Λοιμού. 
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Σταύρος Ζουμπουλάκης, Η Καθημερινή, 7.12.2025

 

Ο χρονοάντοχος «Λοιμός» του Αντρέα Φραγκιά
Υπάρχουν λογοτεχνήματα που δεν γερνάνε ποτέ. Χρονοάντοχα, κρατάνε τους χυμούς τους άθικτους και περιμένουν τους αναγνώστες των κατοπινών γενεών, για να τους προσφέρουν την εικονοκλαστική οπτική τους, τη γλωσσική στρατηγική, την ηθική που υπεράσπισε η εγρήγορη καλλιτεχνική συνείδηση που τα έγραψε.
Δεν μιλάω μόνο για τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας ή τις αρχαίες τραγωδίες αλλά και για νεοελληνικά δημιουργήματα που μίλησαν καθαρά και ξάστερα στον καιρό τους και απέσπασαν δίκαια «τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών». Τις επόμενες δεκαετίες όμως έμειναν ουσιαστικά εκτός αγοράς, για ποικίλους λόγους, και φάνηκε σαν να σώπασαν για το ευρύ κοινό. Ερχεται ωστόσο, αργά ή γρήγορα, η στιγμή της αναψηλάφησης και της ανάκτησής τους.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Παντελής Μπουκάλας, kathimerini, 11.05.2025

 

Λοιμός: Ο Αντρέας Φραγκιάς έγραψε ένα βιβλίο δέος
Τα λόγια ήταν χώματα, η σιωπή ουρανός και με τον αυτοκράτορα σκουλήκι ψάρευε θαλασσινούς στίχους. Δεν είχε όνομα. Τι να το κάνει; Λιπόσαρκος, μα ανθεκτικός. Ο ήλιος του έδινε ζωή και τις πληγές στο σώμα του. Και αυτός πονούσε, μα δεν λύγιζε. Τα υγρά λόγια σκόρπιζε στο κορμί και στη συνείδησή του και δροσιζόταν. Έτσι περνούσαν οι μέρες και έτσι μαλάκωναν οι πέτρες. Παρελθόν και μέλλον δεν υπήρχαν. Το παρόν είχε μείνει και «περπατούσε» από τη μία άκρη του νησιού στην άλλη. Πίσω-μπρος, πίσω-μπρος. Ο τόπος οριοθετημένος, μα και ασύνορος την ίδια στιγμή. Η λογική είτε στεκόταν ακίνητη είτε σαν σαύρα κρυβόταν κάτω από τους βράχους. Κι αυτός ψάρευε με δόλωμα τον εαυτό του και το παράλογο που αφθονούσε σε αυτόν τον ξερό χώρο. Γυμνός δεν ήταν, κάτι χακί κουρέλια είχαν κολλήσει στο δέρμα του. Και να ήθελε να τα πετάξει, δεν μπορούσε. Στο μυαλό του έπαιζε πάντα η φράση «τούτη η θητεία δεν σταματάει πουθενά». Στρατιώτης; Όχι, προς Θεού! Πολίτης, κάποτε, που έχασε την ιδιότητα του ανθρώπου, αυτό ήταν. Ψάρευε στίχους, έσπαγε πέτρες και τάιζε μύγες. Για κρεβάτι είχε στρωμένο τάφο και για περπατησιά τη φωνή-μαστίγιο και τη σαδιστική τάση για ζωή. Και κάποτε οι στίχοι, τα λόγια, μπήκαν στη σειρά και έφτιαξαν την ιστορία αυτών που υπήρξαν.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Αλέξανδρος Στεργιόπουλος, www.reader.gr, 22.8.25 15:30

 

«Μια άτμητη ατέλειωτη νύχτα»
Καθόλου τυχαία, ο Λοιμός γράφεται την ίδια εποχή που ο Πρίμο Λέβι -χωρίς να κατηγορηθεί για σχετικοποίηση ή εργαλειοποίηση-, γεμάτος αγωνία για την παγίωση της μνήμης, θύμιζε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ελλάδα και στη Σοβιετική Ενωση, τους τυφλούς βομβαρδισμούς στο Βιετνάμ και τα βασανιστήρια στις χώρες της Λατινικής Αμερικής που οι κυβερνήσεις τους στηρίζονταν από τις ΗΠΑ, επιμένοντας «ότι κάθε εποχή έχει τον δικό της φασισμό». Και πάλι, τα λόγια του Κοτζιά, ο οποίος μίλησε για «σπουδή μιας θεμελιακής κατάστασης των καιρών μας, της οργανωμένης απανθρωπιάς του στρατοπέδου συγκεντρώσεως» ηχούν, στη σημερινή συγκυρία -όπου το τείχος και το συρματόπλεγμα επιστρέφουν-, κάτι παραπάνω από επίκαιρα.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Αριστοτέλης Σαΐνης, efsyn, 16.8.25

 

«Λοιμός» του Αντρέα Φραγκιά – Γιατί να τον διαβάσει ο αναγνώστης του 21ου αιώνα;
Το ερώτημα του τίτλου δεν είναι πυροτέχνημα. Όταν ένα βιβλίο που κυκλοφορεί σε παλιότερη εποχή, επανεκδίδεται πενήντα, εβδομήντα ή εκατό χρόνια μετά, όλοι αναρωτιόμαστε αν είναι συμβατό με το σήμερα και αν, πέρα από την αξία του μέσα στην Ιστορία της λογοτεχνίας (μας), έχει και μια διαχρονική επικαιρότητα, μια επίμονη κλασικότητα.
Ο Λοιμός εκδίδεται το 1972, εν μέσω Δικτατορίας, καταφέρνοντας μάλιστα να περάσει τους μηχανισμούς της λογοκρισίας. Παρόλο που δεν δηλώνει τοπωνύμια, ονόματα και ιστορικά γεγονότα, φωνάζει μέσα στην αλληγορία του ότι αναφέρεται στις συνθήκες ζωής σε ένα στρατόπεδο και μάλιστα –αν το προσδιορίσει κανείς με βάση τη βιογραφία του Αντρέα Φραγκιά– στη Μακρόνησο. Το τοπίο, ο εγκλεισμός, οι δεσμώτες, οι ποινές, οι σκληρές συνθήκες εργασίας, η στρατοκρατική νοοτροπία και ιεραρχία, τα βασανιστήρια, οι απρόοπτοι θάνατοι, η αναμορφωτική διάθεση, ώστε να ανανήψουν οι κρατούμενοι κ.λπ., χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας του στρατοπέδου, ορθώνουν ένα ξεκάθαρο πλαίσιο αναφοράς.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Γιώργος Ν. Περαντωνάκης, bookpress.gr, 10.7.2025

 

Πιο αληθινά από την Ιστορία
Καφκικός εφιάλτης στη Μακρόνησο

Ο Λοιμός (1972) είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Φραγκιά, έργο με το οποίο απομακρύνεται από (ή διευρύνει) τις συμβάσεις του κοινωνικού ρεαλισμού. Σε μια κατεξοχήν αλληγορική αφήγηση, με στοιχεία παραλόγου και φανταστικού, στο μυθιστόρημα παρουσιάζεται ο εφιαλτικός κόσμος του στρατοπέδου συγκέντρωσης, της πιο οριακής ίσως ιστορικής εμπειρίας του 20ού αιώνα. Το «εθνικό αναμορφωτήριο» της Μακρονήσου, στο οποίο υπηρέτησε τη θητεία του ο συγγραφέας, δεν κατονομάζεται για να αναδειχθεί στην καθολική του διάσταση ως διαχρονικό σύμβολο καταπίεσης. Ο Φραγκιάς, χωρίς να διαγράφει χαρακτήρες (ανώνυμοι ήρωες), με απουσία χωροχρονικών αναφορών και σχεδόν χωρίς πλοκή, περιγράφει σε εφιαλτικά επεισόδια τη στρατοπεδική συνθήκη του ευτελισμού της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας με την ολοκληρωτική κατίσχυση της απανθρωπίας. Οι σκηνές με το κυνήγι των μυγών και το κουβαλήματος πετρών όπως και η λειτουργία του μεγαφώνου στοιχειώνουν τη συλλογική μνήμη. Όπως στην Πολιορκία, έτσι και εδώ η γλώσσα, ενσωματώνοντας διαφορετικά είδη λόγου και ιδίως την κοινωνιόλεκτο της εξουσίας, πρωταγωνιστεί σχηματίζοντας εντέλει μια σκοτεινή αλληγορία του ολοκληρωτισμού. Ο συγγραφέας, για να αποδώσει το πραγματικό, καταφεύγει στο φανταστικό και κατορθώνει με καφκικό τρόπο να περιγράψει τον καταπιεστικό πειθαρχικό μηχανισμό και τη βιοπολιτική εξουσία, την «κόλαση της επιστημονικά οργανωμένης απανθρωπίας» (Κοτζιάς) όπου οι άνθρωποι έχουν γίνει πειραματόζωα-απορρίμματα.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Κώστας Καραβίδας, epohi.gr, 6.7.2025

 

Ο προσωρινός παντοτινός άνθρωπος
Ο Λοιμός, που επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός με εξαιρετικό επίμετρο/μελέτη του συγγραφέα Δημήτρη Χριστόπουλου, είναι το τρίτο κατά σειρά έργο του Αντρέα Φραγκιά μετά τα μυθιστορήματα Άνθρωποι και σπίτια (1955) και Η Καγκελόπορτα (1962) και πριν το εμβληματικό δίτομο Το πλήθος (1985- 1986). Ο Λοιμός κυκλοφόρησε τελικά το 1972 μετά από πολλές περιπέτειες που ανέβαλαν διαρκώς την έκδοσή του και, αρχικά, δεν αναφέρεται εκδότης εφόσον ο καθένας που εμπλεκόταν στην έκδοση θα μπορούσε να διωχθεί λόγω του περιεχομένου του βιβλίου, αφού αυτό εκδόθηκε κατά τη διάρκεια της χούντας, και μόνο στις επανεκδόσεις αναγράφεται το όνομα του «Κέδρου». Το 1976 κυκλοφόρησε η ταινία του Παντελή Βούλγαρη Happy day που βασίζεται σε επιμέρους επεισόδια και, κυρίως, στην ατμόσφαιρα του Λοιμού.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Ευγενία Μπογιάνου, frear.gr, 19.6.2025

 

Η αλληγορία του “Λοιμού” για το παρόν και το μέλλον 
Η συλλογική μνήμη και η πολιτική ιστορία τροφοδοτούν, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, και τα τέσσερα μυθιστορήματα του Αντρέα Φραγκιά: από το Άνθρωποι και σπίτια (1955) και την Καγκελόπορτα (1962) ως τον Λοιμό (1972) και το Πλήθος (1985 και 1986), ο συγγραφέας δεν παύει να επανέρχεται στα τραυματικά βιώματα της Κατοχής, του Εμφυλίου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, για να υποδείξει τα βαθιά χαραγμένα ίχνη τους σ’ ένα ούτως ή άλλως στρεβλό και εν πολλοίς ακρωτηριασμένο κοινωνικό σώμα. Θα αποτελούσε, ωστόσο, αβλεψία πρώτου μεγέθους να περιορίσουμε το έργο του στον ιστορικό του ορίζοντα, εκλαμβάνοντας στην κυριολεξία τις πραγματολογικές αναφορές του και μεταφράζοντας στενά και μονόδρομα τους πολιτικούς υπαινιγμούς του.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, oanagnostis, 15.6.2025

 

10 νέα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας για τον Ιούνιο
Το OneMan σταχυολογεί την τρέχουσα εκδοτική παραγωγή και προτείνει από ολόφρεσκα μυθιστορήματα και διηγήματα μέχρι αριστουργήματα που επανεκδίδονται μετά από δεκαετίες.
Αντρέας Φραγκιάς – Λοιμός [Ποταμός]
Ένα συνταρακτικό μυθιστόρημα για το αναμορφωτήριο-κολαστήριο της Μακρονήσου, όπου, εκτός από τους ηττημένους του Εμφυλίου, στέλνονταν και αριστεροί φαντάροι για να εκτίσουν τη θητεία τους και να τιμωρηθούν. Στο βιβλίο όμως δεν υπάρχει αναφορά στις ιδεολογίες των βασανιζόμενων και των βασανιστών, ούτε καν στα ονόματά τους. Κάτι που εντείνει την υπερβατική εμπειρία της ανάγνωσης αυτής της αξεπέραστης δυστοπικής αλληγορίας.
Μια εμπειρία που επιτέλους, με την επανακυκλοφορία -με επίμετρο του Δημήτρη Χριστόπουλου- μετά από δεκαετίες ενός από από τα πλέον εμβληματικά βιβλία της μεταπολεμικής πεζογραφίας, είναι εφικτή, αν όχι επιβεβλημένη, και από τις νεότερες γενιές.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΜΙΧΟΣ, www.oneman.gr, 14.6.2025

5 βιβλία για τον Ιούνιο: Αναγνώσεις με φως και βάθος
Καθώς το καλοκαίρι ξεδιπλώνεται με τον αργό του ρυθμό και τα απογεύματα αποκτούν γαλήνη και διάρκεια, το βιβλίο γίνεται ξανά ο πιο σταθερός μας σύντροφος. Ο Ιούνιος προσφέρει τον ιδανικό χρόνο για στοχαστικές αναγνώσεις, μικρές αποδράσεις στοχασμού, ιστορίας και φαντασίας. Επιλέξαμε πέντε τίτλους –καθένας από διαφορετικό εκδοτικό οίκο– που συνομιλούν με το παρελθόν, το παρόν και την ανθρώπινη καρδιά. Από τη μυθοπλασία της προσφυγιάς και τις σιωπές της εξορίας, έως τα αινίγματα της μνήμης και τις αφανείς γωνιές της Ιστορίας, οι σελίδες τους ανοίγουν διάπλατα για τον αναγνώστη που αναζητά κάτι περισσότερο από ένα ευχάριστο ανάγνωσμα: ένα ίχνος, μια σκέψη, έναν άλλο τρόπο να δει τον κόσμο.
«Λοιμός» – Ανδρέας Φραγκιάς
Η επανέκδοση ενός από τα σημαντικότερα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, «Λοιμός» του Ανδρέα Φραγκιά, προσφέρει μια αλληγορική αφήγηση για την εμπειρία της εξορίας και της καταπίεσης. Μέσα από μια εφιαλτική και διαχρονική αφήγηση, ο Φραγκιάς εξερευνά τη σχέση εξουσίας και βίας, θέτοντας ερωτήματα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αντίσταση σε καταπιεστικά καθεστώτα.
Δείτε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Πέτρος Κατσάκος, rosa.gr, 3.6.2025

 

Τι διαβάζουμε τώρα; Πέντε επανεκδόσεις σημαντικών βιβλίων της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας
Ο Λοιμός κυκλοφόρησε από τον Ανδρέα Φραγκιά εν μέσω δικτατορίας χωρίς να αναφέρεται πουθενά ο εκδότης στο εξώφυλλο. Μάλιστα, κατάφερε να ξεφύγει από τη λογοκρισία της επταετίας χάρη σε μια ευμενή κριτική που είχε δημοσιεύσει στη Βραδυνή ο Αλέξανδρος Κοτζιάς.
Μπορεί το μυθιστόρημα να παραπέμπει ευθέως στη Μακρόνησο, εντούτοις μπορεί να διαβαστεί ως αλληγορία και σαφώς ως δυστοπία. Οι βασανιστές και οι βασανισμένοι δεν έχουν ονόματα, αλλά παρωνύμια. Οι κρατούμενοι πληρώνουν για το συσσίτιό τους με σκοτωμένες μύγες, ενώ αναγκάζονται να συμβιώνουν με πεινασμένα ποντίκια.
Ο τίτλος δεν μπορεί παρά να παραπέμπει στην Πανούκλα του Καμί και για έναν λόγο παραπάνω: η εξουσία στον Λοιμό δεν κατονομάζεται, αλλά περιγράφεται ως μια αναλλοίωτη δεσμευτική συνθήκη (μέσα στο χρόνο) κατά του ατόμου. Η επανέκδοση αυτού του μυθιστορήματος είναι άκρως σημαντική, ειδικά για τους νεότερους αναγνώστες που δεν έχουν ζήσει αντίστοιχες καταστάσεις.
Δείτε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Διονύσης Μαρίνος, bookpress, 28.5.2025

 

Προτάσεις από το Βιβλιοβούλιο:
"Ο Λοιμός είναι άχρονος και διαχρονικός. Και η σημασία του τώρα που ένας νέος ολοκληρωτισμός ανατέλλει είναι μεγάλη. Για τον τρόπο που γράφει για την οργανωμένη απανθρωπιά και για το πώς τα θύματα γίνονται οι χειρότεροι δήμιοι". Λίγα από από τα λόγια που επεφύλαξε η Σταυρούλα Παπασπύρου, στο πιο πρόσφατο Βιβλιοβούλιο για τη νέα έκδοση του Λοιμού του Αντρέα Φραγκιά από τον Ποταμό.
Δείτε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Stavroula Papaspirou, 19.5.2025

 

Ο χρονοάντοχος «Λοιμός» του Αντρέα Φραγκιά
Υπάρχουν λογοτεχνήματα που δεν γερνάνε ποτέ. Χρονοάντοχα, κρατάνε τους χυμούς τους άθικτους και περιμένουν τους αναγνώστες των κατοπινών γενεών, για να τους προσφέρουν την εικονοκλαστική οπτική τους, τη γλωσσική στρατηγική, την ηθική που υπεράσπισε η εγρήγορη καλλιτεχνική συνείδηση που τα έγραψε.
Δεν μιλάω μόνο για τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας ή τις αρχαίες τραγωδίες αλλά και για νεοελληνικά δημιουργήματα που μίλησαν καθαρά και ξάστερα στον καιρό τους και απέσπασαν δίκαια «τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών». Τις επόμενες δεκαετίες όμως έμειναν ουσιαστικά εκτός αγοράς, για ποικίλους λόγους, και φάνηκε σαν να σώπασαν για το ευρύ κοινό. Ερχεται ωστόσο, αργά ή γρήγορα, η στιγμή της αναψηλάφησης και της ανάκτησής τους.
Στην κατηγορία των πεζογραφημάτων που δεν θα παλιώσουν ποτέ ανήκουν οπωσδήποτε τα έργα του Aντρέα Φραγκιά. Στις 8.1.2002, δύο μέρες μετά τον θάνατό του, είχα δοκιμάσει να συντάξω μια σύντομη βιοεργογραφία του στην «Κ», όπου εργάστηκε επί δεκαετίες. Αντλώ λίγες φράσεις:
«Στα τριάντα χρόνια της δημόσιας λογοτεχνικής του γραφής (αφού η πολύχρονη δημοσιογραφική εργασία του υπήρξε κατά κύριο λόγο ανυπόγραφη), στον μισόν αιώνα που διέρρευσε από την πρώτη του εμφάνιση, ο Aντρέας Φραγκιάς τύπωσε τέσσερα μυθιστορήματα όλα κι όλα (κρατώντας στο συρτάρι όσα κείμενά του έκρινε πως δεν είχαν ολοκληρωθεί): το “Aνθρωποι και σπίτια” το 1955 (οι άνθρωποι σε μια λαϊκή συνοικία της Aθήνας, έναν χρόνο έπειτα από μιαν απελευθέρωση που η κυριολεξία της δεν ίσχυσε για όλους, με τα “καμένα σπίτια” και κυρίως την καμένη μνήμη)· την “Kαγκελόπορτα” το 1962 (δίκαιη και μεστή ιστόρηση του μετεμφυλιακού δράματος και των ριζικών κοινωνικών μεταλλαγών στο άστυ)· τον “Λοιμό” το 1972 (βασανιστές και βασανιζόμενοι σε ένα εφιαλτικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και “αναμόρφωσης”, με πιθανό πρότυπο τη Mακρόνησο, όπου ο συγγραφέας υπηρέτησε τη θητεία του ως κρατούμενος στα χρόνια 1950-1952, πληρώνοντας για τα φρονήματά του και την αντιστασιακή του δράση, όπως τρία χρόνια πριν είχε πληρώσει εκτοπιζόμενος στην Iκαρία)· και το δίτομο “Πλήθος” το 1985-1986, που τίμησε τις υψηλές επιδιώξεις του, γραμμένο με τον Oργουελ κατά νουν αλλά και τον Kάφκα, το παράδειγμα του οποίου είχε επενεργήσει και στον “Λοιμό”».
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Παντελής Μπουκάλας, kathimerini, 11.5.2025

 

Ήταν το καλοκαίρι του 2017, όταν ύστερα από την ευγενική πρόσκληση του Μισέλ Φάις, έγραψα κι εγώ ένα "γράμμα" σε έναν λογοτεχνικό ήρωα, για τον Βιβλιοστάτη της Εφημερίδας των Συντακτών.
Δεν υπήρχε περίπτωση να συνομιλήσω με κάποιο άλλο πρόσωπο δίχως πρόσωπο από τον "Εκπληκτικό Άνθρωπο", το "τυχερό ανθρωπάκι" στον "Λοιμό" του Αντρέα Φραγκιά, που το πρωτοσυνάντησα στα δεκαπέντε μου κι έκτοτε με συντροφεύει.
Αυτό το κειμενάκι θυμήθηκα σήμερα, μια μέρα προτού συναντηθούμε με αυτό το εμβληματικό έργο της μεταπολεμικής μας πεζογραφίας, που άρτια ξανατυπωμένο από τις Εκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ, μας καλεί να αναστοχαστούμε το πώς και το γιατί της πεζογραφικής παραγωγής μας.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Δημήτρης Χριστόπουλος

Αύριο, 5-5-2025, στις 6.30μ.μ., στο αμφιθέατρο της Ενωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, θα συζητηθεί ένα μυθιστόρημα του 1972 που είναι ανατριχιαστικά επίκαιρο. Όταν πρωτοεκδόθηκε, τότε, από τον «Κέδρο», περιγράφηκε σαν αποτύπωση ενός επιστημονικά προμελετημένου σχεδίου ηθικού σφαγιασμού. Έτσι, ή και έτσι, μπορεί να διαβαστεί νομίζω, και στο κοινωνικο-πολιτικό σήμερα. Σαν να συλλαμβάνει το απειλητικό κλίμα που βαραίνει πάνω από τα κεφάλια μας, όλο και πιο άτεγκτο, και πιο ευφάνταστο στην υπονόμευση, καταστολή και διαστροφή κάθε κατακτημένης από τις δημοκρατίες, ελευθερίας. 
Είναι ο «Λοιμός» του Αντρέα Φραγκιά (1921-2002), του πιο σεμνού από τους μεγάλους της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που κυκλοφορεί σε καινούργια έκδοση από τον «Ποταμό» με πλούσιο Επίμετρο του εκπαιδευτικού και πεζογράφου Δημήτρη Χριστόπουλου. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αντλεί την έμπνευσή του από το κολαστήριο της Μακρονήσου αλλά μιλά για μια πολύ ευρύτερη κοινωνική συνθήκη. Αναφέρεται σε ό,τι ορίζει την οργανωμένη απανθρωπιά (έτσι το έθετε ο Α. Αργυρίου) απέναντι σε μονάδες ή σύνολα: στον συστηματικό τρόμο, στον καταναγκαστικό μόχθο, στον απύθμενο εξευτελισμό τους, στον ηθικό και ψυχικό φρονηματισμό τους, στην εξόντωση και τη συντριβή της προσωπικότητάς τους, έτσι που δεν έχουν πια όνομα. Στο βιβλίο μάς στοιχειώνουν ο «περιδεής», ο «κάτωχρος», ο «εκκρεμής», αυτοί «που δεν χάρηκαν επαρκώς», οι «κίβδηλοι ζητωκραυγαστές» και τόσοι άλλοι. Στη ζωή μας μπορεί να είναι η διπλανή μας 12χρονη, αλλά και όσοι συλλαμβάνονται στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού, ή πριν μερικά χρόνια οι έγκλειστοι στην Αμυγδαλέζα κ.ο.κ.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Μικέλα Χαρτουλάρη

 

Ο Κάφκα στη Μακρόνησο
Επανέκδοση του «Λοιμού» του Αντρέα Φραγκιά, ενός μυθιστορήματος για την ανθρώπινη κτηνωδία

Αυτή την εβδομάδα οι εκδόσεις Ποταμός επανακυκλοφορούν ένα κλασικό σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα: ο «Λοιμός» του Αντρέα Φραγκιά (1921-2002). Ενα από τα καταστατικά νεοελληνικά αφηγήματα πάνω στον τρόμο και την αθλιότητα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε μέσα από το ελεεινό «πείραμα» της Μακρονήσου. Ο «Λοιμός», ωστόσο, είναι γραμμένος με τόση σοφία που υπερβαίνει κατά πολύ το ιστορικό του πλαίσιο και, στην ουσία, θίγει με τρόπο απαράμιλλο την ανθρώπινη ικανότητα για κτηνωδία αλλά και την ανθρώπινη αντοχή και αξιοπρέπεια.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ
   Ηλίας Μαγκλίνης, kathimerini, 16.4.2025

Παντελής Μπουκάλας Ο χρονοάντοχος «Λοιμός» του Αντρέα Φραγκιά


Καθημερινή 11.05.2025

Υπάρχουν λογοτεχνήματα που δεν γερνάνε ποτέ. Χρονοάντοχα, κρατάνε τους χυμούς τους άθικτους και περιμένουν τους αναγνώστες των κατοπινών γενεών, για να τους προσφέρουν την εικονοκλαστική οπτική τους, τη γλωσσική στρατηγική, την ηθική που υπεράσπισε η εγρήγορη καλλιτεχνική συνείδηση που τα έγραψε.

Δεν μιλάω μόνο για τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας ή τις αρχαίες τραγωδίες αλλά και για νεοελληνικά δημιουργήματα που μίλησαν καθαρά και ξάστερα στον καιρό τους και απέσπασαν δίκαια «τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών». Τις επόμενες δεκαετίες όμως έμειναν ουσιαστικά εκτός αγοράς, για ποικίλους λόγους, και φάνηκε σαν να σώπασαν για το ευρύ κοινό. Ερχεται ωστόσο, αργά ή γρήγορα, η στιγμή της αναψηλάφησης και της ανάκτησής τους.

Στην κατηγορία των πεζογραφημάτων που δεν θα παλιώσουν ποτέ ανήκουν οπωσδήποτε τα έργα του Aντρέα Φραγκιά. Στις 8.1.2002, δύο μέρες μετά τον θάνατό του, είχα δοκιμάσει να συντάξω μια σύντομη βιοεργογραφία του στην «Κ», όπου εργάστηκε επί δεκαετίες. Αντλώ λίγες φράσεις:

«Στα τριάντα χρόνια της δημόσιας λογοτεχνικής του γραφής (αφού η πολύχρονη δημοσιογραφική εργασία του υπήρξε κατά κύριο λόγο ανυπόγραφη), στον μισόν αιώνα που διέρρευσε από την πρώτη του εμφάνιση, ο Aντρέας Φραγκιάς τύπωσε τέσσερα μυθιστορήματα όλα κι όλα (κρατώντας στο συρτάρι όσα κείμενά του έκρινε πως δεν είχαν ολοκληρωθεί): το “Aνθρωποι και σπίτια” το 1955 (οι άνθρωποι σε μια λαϊκή συνοικία της Aθήνας, έναν χρόνο έπειτα από μιαν απελευθέρωση που η κυριολεξία της δεν ίσχυσε για όλους, με τα “καμένα σπίτια” και κυρίως την καμένη μνήμη)· την “Kαγκελόπορτα” το 1962 (δίκαιη και μεστή ιστόρηση του μετεμφυλιακού δράματος και των ριζικών κοινωνικών μεταλλαγών στο άστυ)· τον “Λοιμό” το 1972 (βασανιστές και βασανιζόμενοι σε ένα εφιαλτικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και “αναμόρφωσης”, με πιθανό πρότυπο τη Mακρόνησο, όπου ο συγγραφέας υπηρέτησε τη θητεία του ως κρατούμενος στα χρόνια 1950-1952, πληρώνοντας για τα φρονήματά του και την αντιστασιακή του δράση, όπως τρία χρόνια πριν είχε πληρώσει εκτοπιζόμενος στην Iκαρία)· και το δίτομο “Πλήθος” το 1985-1986, που τίμησε τις υψηλές επιδιώξεις του, γραμμένο με τον Oργουελ κατά νουν αλλά και τον Kάφκα, το παράδειγμα του οποίου είχε επενεργήσει και στον “Λοιμό”».

Χάρη στις εκδόσεις «Ποταμός», ο «Λοιμός» κυκλοφορεί ξανά, με εκτενές επίμετρο του Δημήτρη Χριστόπουλου, πλήρως ενήμερου για την ευρύτατη βιβλιογραφία περί «στρατοπεδικής λογοτεχνίας» και «βιοπολιτικής». Ετσι, εισέρχεται και πάλι στο αναγνωστικό πεδίο «ένα από τα καταστατικά νεοελληνικά αφηγήματα πάνω στον τρόμο και την αθλιότητα της μετεμφυλιακής Ελλάδας», όπως έγραφε ο Ηλίας Μαγκλίνης στην «Κ», στις 13.4.2025.

Οταν ήρθε η νύχτα

«Σε μια πρώτη μορφή», θυμίζει ο Χριστόπουλος, «το μυθιστόρημα, που είχε αρχίσει να γράφεται στα μέσα του ’60, ήταν έτοιμο να εκδοθεί το 1967 από το “Θεμέλιο”, αλλά την ημέρα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου το τυπογραφείο καταστράφηκε ολοσχερώς και οι στοιχειοθετημένες σελίδες πετάχτηκαν. […] Τελικά, κυκλοφόρησε με αρκετές αλλαγές το 1972, όταν είχε λήξει η διετής σιωπηρή αποχή των συγγραφέων, και ο Φραγκιάς το ξανάγραψε, αφού πρώτα είχε περιμαζέψει από τον κάδο απορριμμάτων του σπιτιού του τα χειρόγραφα. Μάλιστα, ένα απόσπασμα δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού “Αντί”, του οποίου η έκδοση διακόπηκε από τη χούντα. Είναι αξιοσημείωτο πως στην πρώτη μορφή του το έργο είχε τίτλο “Τα ζώα”».

Στην κατάσταση του ζώου έχουν υποβιβαστεί οι άνθρωποι στον δυστοπικό «Λοιμό». Κυνηγοί τα σαδιστικά τσιράκια του σκοτεινού «Πατέρας», θηράματα οι πανεποπτικά επιτηρούμενοι πολλοί, που βασανίζονται ανελέητα για να δηλώσουν μετάνοια και υποταγή. Ναι, όσα απάνθρωπα ιστορούνται, έγιναν όντως στον «Νέο Παρθενώνα» της Μακρονήσου. Ανώνυμος μένει εντούτοις ο τόπος-κολαστήριο και απροσδιόριστος ο χρόνος του δράματος. Ετσι το μυθιστόρημα αποκτά καθολικά χαρακτηριστικά. Είναι μάλλον προειδοποίηση παρά ενθύμημα. Οσα περιγράφονται, με τον παραστατικό ρεαλισμό μιας απόλυτα μετρημένης γλώσσας, συνέβησαν ήδη, συμβαίνουν όμως και τώρα, κάπου αλλού. Και θα ξανασυμβούν. Πάντα θα συμβαίνουν.

Δύο μόνο ονόματα συναντάμε στο έργο, και δεν είναι ανθρώπων: Σμινθεύς και Απόλλων. Οταν η εφιαλτική πολιτεία κατακλύστηκε από ποντίκια, «κάποιος που ξέρει από μυθολογία είπε ότι ο αρχηγός τους είναι ο Σμινθεύς, ο θεός των ποντικών που φέρνουν τη χολέρα». Και «κάποιος καθηγητής» πρόσθεσε ότι ο διώκτης τους είναι ο «μεγάλος θεός» Απόλλων Σμινθεύς. Ο ποντικοκτόνος δηλαδή.

Με τη μαζική ανωνυμία να συμβάλλει στην απανθρωποποίηση, οι χαρακτήρες ονοματίζονται από το κύριο γνώρισμα της συμπεριφοράς ή της περιβολής τους: ο περιδεής, ο διψασμένος, ο ανεκτίμητος, ο εκκρεμής, ο καταστροφέας, ο αυτόχειρας, ο μαύρος σκούφος… Από την άλλη, οι παρακολουθητές, οι επόπτες, οι ηθικοί κριτές, οι κράχτες, οι ζητωκραυγαστές, οι άσπρες μπλούζες. Ολοι υπηρέτες της Εξουσίας, που μορφοποιείται από μια μάσκα κι ένα μεγάφωνο που μηρυκάζει προσταγές.

Ο Φραγκιάς εικονίζει την πραγματικότητα διά της αλληγορίας. Δεν προφητεύει. Ξεφλουδίζει σαν χαλασμένο κρεμμύδι τον κόσμο υπάρχοντα, για να προσδιορίσει τη βαριά νόσο των σύγχρονων κοινωνιών: Δεν κατοικούνται πια από συνεργούντες πολίτες με όνειρα και οράματα, ή έστω από ιδιοπρόσωπες μονάδες, αλλά από άνευρα ομοιώματα και χειραγωγημένες ρεπλίκες. Στον «Λοιμό», για να περισωθούν κάποια λείψανα της ανθρώπινης συνθήκης, πρέπει τα τύποις έμφρονα δίποδα να αποδειχθούν και έμψυχα, δηλαδή να μην πάψουν να θυμούνται και να συμπονούν. Σε μια από λιγοστές παραμυθητικές σκηνές, οι «ελεύθεροι φυλακισμένοι» αρνούνται σθεναρά να θάψουν με τις πέτρες που κουβαλούν κάποιον εξουθενωμένο που σωριάστηκε. Αμέτρητες οι πέτρες, τις κουβαλούν απλώς για να εξαντληθούν. Σίσυφοι αιωνίως δεσμώτες της ματαιότητας. Αλλά τουλάχιστον στο συγκεκριμένο επεισόδιο δηλώνουν αποφασισμένοι «να μη γίνουν ποτέ δήμιοι». Μισόν αιώνα μετά, πιστεύω ότι δεν ήταν καθόλου συμπτωματική η απόφαση να δημοσιευτούν στο «Αντί», Μάη του 1972, αυτές ακριβώς οι παράγραφοι του «Λοιμού», που υμνούν σεμνά την αλληλεγγύη.

Ο Φραγκιάς ξεφλουδίζει σαν χαλασμένο κρεμμύδι τον κόσμο υπάρχοντα, για να προσδιορίσει τη βαριά νόσο των σύγχρονων κοινωνιών: Δεν κατοικούνται πια από συνεργούντες πολίτες με όνειρα και οράματα, ή έστω από ιδιοπρόσωπες μονάδες, αλλά από άνευρα ομοιώματα και χειραγωγημένες ρεπλίκες.

Το μικρό προοίμιο του «Αντί» τελείωνε ως εξής: «Διαβάζοντας το “Λοιμό” νιώθεις τα νύχια μιας αδυσώπητης μνήμης να χώνονται βαθιά σε μια πληγή, που μένει πάντα ανοιχτή, που θα μένει πάντα ανοιχτή, τουλάχιστον τόσο όσο θα στέκει όρθιος ο Παρθενώνας…». Ναι, κάποιες πληγές οφείλουμε να τις διατηρούμε ανοιχτές. Να μην υποκρινόμαστε ότι προσπαθούμε να τις κλείσουμε, τάχα «για να πάμε μπροστά», καταφεύγοντας σε μπλάστρια, καταπλάσματα και σολομωνικές. Οχι από μαζοχισμό αλλά επειδή δεν γίνεται να συγγράψουμε νέα αφηγήματα σκίζοντας βολικά τις «πίσω μας σελίδες». Η λήθη είναι λοιμική. Δεν είναι φάρμακο και γιατρειά.

 

Γιώργος Περαντωνάκης «Λοιμός» του Αντρέα Φραγκιά – Γιατί να τον διαβάσει ο αναγνώστης του 21ου αιώνα;

 

antreas fragkias kentriki

Το μυθιστόρημα του Αντρέα Φραγκιά «Λοιμός» και ο αναγνώστης του 21ου αιώνα. Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε ξανά πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Ποταμός.

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης


https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/23470-loimos-tou-antrea-fragkia-giati-na-ton-diavasei-o-simerinos-anagnostis?

Το ερώτημα του τίτλου δεν είναι πυροτέχνημα. Όταν ένα βιβλίο που κυκλοφορεί σε παλιότερη εποχή, επανεκδίδεται πενήντα, εβδομήντα ή εκατό χρόνια μετά, όλοι αναρωτιόμαστε αν είναι συμβατό με το σήμερα και αν, πέρα από την αξία του μέσα στην Ιστορία της λογοτεχνίας (μας), έχει και μια διαχρονική επικαιρότητα, μια επίμονη κλασικότητα.

Ο Λοιμός εκδίδεται το 1972, εν μέσω Δικτατορίας, καταφέρνοντας μάλιστα να περάσει τους μηχανισμούς της λογοκρισίας. Παρόλο που δεν δηλώνει τοπωνύμια, ονόματα και ιστορικά γεγονότα, φωνάζει μέσα στην αλληγορία του ότι αναφέρεται στις συνθήκες ζωής σε ένα στρατόπεδο και μάλιστα –αν το προσδιορίσει κανείς με βάση τη βιογραφία του Αντρέα Φραγκιά– στη Μακρόνησο. Το τοπίο, ο εγκλεισμός, οι δεσμώτες, οι ποινές, οι σκληρές συνθήκες εργασίας, η στρατοκρατική νοοτροπία και ιεραρχία, τα βασανιστήρια, οι απρόοπτοι θάνατοι, η αναμορφωτική διάθεση, ώστε να ανανήψουν οι κρατούμενοι κ.λπ., χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας του στρατοπέδου, ορθώνουν ένα ξεκάθαρο πλαίσιο αναφοράς.

potamos fragkias loimos

Έτσι, ο πρώτος λόγος για τον οποίο αξίζει κανείς να διαβάσει το μυθιστόρημα σήμερα –αξίζει και πρέπει, θα έλεγα εγώ– είναι ακριβώς η αίσθηση και η μετάδοση μιας τέτοιας εμπειρίας ζωής, που στιγμάτισε όχι μόνο τους ίδιους τους δεσμώτες ή τις οικογένειές τους, αλλά και ευρύτερα την Αριστερά, μα και όλη την Ελλάδα, που για πολλές δεκαετίες, από τον μεσοπόλεμο έως το 1974, λειτουργούσε σαν ένα τεράστιο πεδίο πειθαρχίας και επιβολής σε όσους αντιφρονούντες δεν υπάκουαν στον δεξιό αυταρχισμό ή στον χουντικό ολοκληρωτισμό. Η καταπίεση, η αδικία, η πυγμή της εξουσίας αλλά και η φρίκη της απάνθρωπης σκληρότητας που καταπατά κάθε αξιοπρέπεια έρχονται στην επιφάνεια κάθε λίγο και λιγάκι σε ένα έργο που σαρώνει με τις σκηνές του όλες τις μορφές βίας και επιβολής.

Ο δεύτερος λόγος είναι η μεταμοντέρνα, σύμφωνα με τον Δημήτρη Τζιόβα (1993), τεχνική του, καθώς το ρεαλιστικό εξαϋλώνεται σε ένα αλληγορικό επίπεδο. Οι πραγματικές συνθήκες του στρατοπέδου αποκτούν αφαιρετικές διαστάσεις, αφού οι χαρακτήρες παρουσιάζονται ανώνυμα και παίρνουν την ονομασία τους από το πιο βασικό χαρακτηριστικό τους («περιδεής», «αυτόχειρας», «εκκρεμής» κ.λπ.), με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο να ανάγεται στο καθολικό, και το ιστορικό συγκείμενο να γίνεται πανανθρώπινα διαχρονικό.

Αυτή η αφαιρετική αλληγορία δίνει στη δυστοπία του Αντρέα Φραγκιά μεγαλύτερη λογοτεχνική και αναγνωστική αξία, αφού συνδυάζει την καφκική αιωρούμενη κατηγορία (Ραυτόπουλος 2000) με το «συλλογικό μυθιστόρημα», όπως το προσδιορίζει ο Bart Soethaert (Η στροφή προς το παρ<ελθ>όν. Ορίζοντες του ιστορικού μυθιστορήματος (1935-1950) στην Ελλάδα, εκδ. Romiosini, Βερολίνο 2018). Αυτό το είδος μυθιστορήματος απομακρύνεται από έναν κεντρικό ήρωα και εστιάζει σε ένα πλήθος φωνών και προσώπων, χωρίς συγγενικούς δεσμούς, τα οποία –στενότερα ή χαλαρότερα– έχουν έναν κοινό παρονομαστή (τοπικό, επαγγελματικό, θρησκευτικό κ.λπ.) που τα συνδέει.

Τα ετερόκλιτα πρόσωπα που χάνονται μέσα στο πλήθος προσδίδουν στο έργο αποσπασματικότητα, καθώς με τη χρήση κινηματογραφικών τεχνικών (cut και μοντάζ) προβάλλονται τα πρόσωπα σε ασύνδετες σκηνές. Η συλλογικότητα, έστω και πλαστή, δηλώνεται με τα ονόματα στον πληθυντικό αριθμό («κουβαλητές», «μεταφορείς», «κάτοικοι»), που αφορούν τους δεσμώτες, αλλά και άλλα για τους επιβλέποντες («όργανα», «άσπρες μπλούζες», «χειροκροτητές»). Οι πρώτοι δεν διακρίνονται από αλληλεγγύη, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, αλλά είναι βουτηγμένοι σε έναν υποβολιμαίο ανταγωνισμό, που τους φέρνει συχνά σε αντιπαράθεση μεταξύ τους. Οι δεύτεροι δεν είναι απλώς δράστες, αλλά συχνά μετατρέπονται σε θύματα του συστήματος, ενίοτε χάνουν τη θέση τους και εντέλει είναι κι αυτοί θλιβερά υποχείρια ενός στυγνού μηχανισμού (Παππάς, 2016: 209-210).

Στον Λοιμό όλες οι μεμονωμένες σκηνές δένονται μεταξύ τους πάνω στο νήμα της αυταρχικής καταπίεσης και του εξευτελισμού, που επικρέμαται πάνω από όλους, οι οποίοι σαν άλλοι καφκικοί ήρωες στοχοποιούνται με ανυπόστατες κατηγορίες και τραγελαφικές μομφές...

Στον Λοιμό όλες οι μεμονωμένες σκηνές δένονται μεταξύ τους πάνω στο νήμα της αυταρχικής καταπίεσης και του εξευτελισμού, που επικρέμαται πάνω από όλους, οι οποίοι σαν άλλοι καφκικοί ήρωες στοχοποιούνται με ανυπόστατες κατηγορίες και τραγελαφικές μομφές (Σταυροπούλου, 2001: 152), χωρίς ούτε οι ίδιοι να μπορούν να αντιληφθούν το γιατί και το πώς. Έτσι, ξαφνικά ο καθένας μπορεί να βρει τον μπελά του, να κατηγορηθεί γιατί είναι ράθυμος και την επόμενη στιγμή γιατί είναι υπερδραστήριος, παράλογες δηλαδή αιτιάσεις σε μια άλογη οργάνωση και πειθαρχία.

Αυτή η πειθαρχία δεν έχει άλλο σκοπό παρά μόνο την αναμόρφωση των κρατουμένων και στην ουσία παίρνει σάρκα και οστά μέσω της δημόσιας διαπόμπευσης και της αναίτιας εργασίας (Κοτζιάς, 1972), όπως με την κατασκευή μιας γέφυρας, χωρίς να υπάρχει ποτάμι από κάτω! Αυτό το εκκρεμές της καταναγκαστικής εργασίας και της υποβάθμισης της αξιοπρέπειας εκτινάσσεται με ένα εύρημα που βάζει τους ανθρώπους ανάμεσα στις μύγες και τα ποντίκια (Σταυροπούλου, 2001: 157): να κυνηγάνε έναν συγκεκριμένο αριθμό μυγών κάθε μέρα. Τα τρωκτικά είναι όντως πραγματική απειλή, αφού τρώνε ό,τι βρουν, από ρούχα έως δέρμα και σάρκα, αλλά η εξόντωσή τους, η οποία θα είχε ουσιαστικό αντίκρυσμα, δεν επιδιώκεται εξαρχής και επίμονα. Αντίθετα, το κυνήγι των μυγών (είκοσι ο καθένας τη μέρα) γίνεται παράπλευρος σκοπός (κι ενίοτε αυτοσκοπός), θεωρείται πατριωτική πράξη και ανάγεται σε βασικό μέλημα, με ποινές για όποιον δεν το επιτελέσει. Έτσι, η συγκέντρωση αυτών των βδελυρών εντόμων γίνεται όνειρο, στόχος, απωθημένο, αποκτά σταδιακά αξία χρήματος, αφού ανταλλάσσεται και πωλείται στη μαύρη αγορά, και εντέλει μετατρέπει τον άνθρωπο από κυνηγό σε θύμα μιας άλογης διαδικασίας (Ραυτόπουλος, 2000).

Το καλογραμμένο επίμετρο του Δημήτρη Χριστόπουλου συγκρεντρώνει ποικίλες πτυχές του πολυεπίπεδου μυθιστορήματος και τις συστεγάζει κάτω από την έννοια της βιοπολιτικής, βοηθώντας τον αναγνώστη να συλλάβει βαθύτερες πλευρές της λογοτεχνίας των στρατοπέδων.

*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο πρώτος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Από το τοπικό στο παγκόσμιο» (εκδ. Διόπτρα).


 Μικρή χρήσιμη βιβλιογραφία

  • Κοτζιάς, Αλέξανδρος (1972): «Λοιμός, 1972)», εφ. Το Βήμα, 31.3.1972 [αναδημ. στο Μεταπολεμικοί πεζογράφοι. Κριτικά κείμενα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1982, σελ. 175-180].
  • Καζαντζής Τόλης (1973): «Το βιβλίο. Αντρέας Φραγκιάς», περ. Διαγώνιος, τεύχ. 4, Ιανουάριος - Απρίλιος 1973, σελ. 68-70.
  • Μιχαήλ Κ. (1973): «Αντρέας Φραγκιάς, Λοιμός, μυθιστόρημα», περ. Νέα Πορεία, τόμ. 19, τεύχ. 215-218, Ιανουάριος - Απρίλιος 1973, σ. 45.
  • Σαχίνης Απόστολος (1978): «Αντρέα Φραγκιά, Λοιμός (από τα Τετράδια κριτικής, περ. Νέα Πορεία, τόμ. 24, τεύχ. 280-283, Ιούνιος - Σεπτέμβριος 1978, σ. 55.
  • Καρβέλης, Τάκης (1988): «Αντρέας Φραγκιάς», στο Η μεταπολεμική πεζογραφία. Από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ’67, τόμ. Η΄, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα, σελ. 8-36.
  • Τζιόβας, Δημήτρης (1993): Το παλίμψηστο της ελληνικής αφήγησης, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, σελ. 254-257.
  • Σταυροπούλου, Έρη (2001): «Το πραγματικό, το φανταστικό και το παράλογο στο Λοιμό του Αντρέα Φραγκιά», Προτάσεις ανάγνωσης για την πεζογραφία μιας εποχής, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα 2001, σελ. 149-175. [Πρώτη δημοσίευση στο Ιστορική πραγματικότητα και νεοελληνική πεζογραφία (1945-1995), Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (Σχολή Μωραΐτη), Αθήνα, σελ. 147-192].
  • Ραυτόπουλος, Δημήτρης (2000): «Από το λαό στο πλήθος», περ. αντί, τεύχ. 714, 26.5.2000, σελ. 21. [αναδημ. στο Εμφύλιος και λογοτεχνία, εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2012, σελ. 91-105].
  • Μαγκλίνης, Ηλίας (2002): «Ο Λοιμός άλλοτε και τώρα», περ. Διαβάζω, τεύχ. 426, Φεβρουάριος 2002, σελ. 104-106.
  • Ραυτόπουλος, Δημήτρης (2000): «Η σκοτεινή αλληγορία του ολοκληρωτισμού στον Λοιμό», περ. Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχ. 40, Ιανουάριος-Απρίλιος 2009, σελ. [αναδημ. στο Εμφύλιος και λογοτεχνία, εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2012, σελ. 106-116].
  • Σχινά, Κατερίνα (2002): «Λοιμός, Αντρέας Φραγκιάς. Αθήνα: Κέδρος, 1998», περ. Ithaca, τεύχ. 18, Σεπτέμβριος 2002 
  • Παπανικολάου, Δημήτρης (2004): «Το νησί ως ουτοπία, δυστοπία, μύθος και γραφή στον Λοιμό του Αντρέα Φραγκιά», στο Αστ. Αργυρίου (επιμ.), Πρακτικά του Β΄ Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Ρέθυμνο 10-12 Μαΐου 2002. Η Ελλάδα των νησιών από τη Φραγκοκρατία ως σήμερα, τόμ. Α΄, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ 629 -639]. 
  • Αγγελάτος, Δημήτρης (2009): «Οι μηχανισμοί (ανα)παράστασης της (“δύστροπης”) πραγματικότητας στο αφηγηματικό σύμπαν του Λοιμού», περ. Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχ. 40, Ιανουάριος - Απρίλιος 2009, σελ. 124-135.
  • Καρατάσου, Κατερίνα (2009): «Η “αγωγή της σιωπής” και το “πανεποπτικό βλέμμα” στο Λοιμό ή το μυθιστόρημα και η πειθάρχηση», περ. Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχ. 40, Ιανουάριος - Απρίλιος 2009, σελ. 173-187.
  • Καρατάσου, Κατερίνα (2011): «Άτομα και πρόσωπα. Το ζήτημα της ταυτότητας στο Λοιμό του Αντρέα Φραγκιά», στο Κ.Α. Δημάδης (επομ.),  Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα), τόμ. Α΄, Πρακτικά Δ΄ Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών (9-12 Σεπτεμβρίου 2010, Γρανάδα), Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα, σελ. 695-710.
  • Παππάς, Γιάννης Η. (2016): Αντρέας Φραγκιάς. Ιδεολογία και αφήγηση, εκδ. Διαπολιτισμός, Πάτρα, σελ. 59-63 και 191-259.
  • Μίγγα, Νίκη (2021): «Ο χώρος του εγκλεισμού στον χρόνο του “Λοιμού”», περ. φρέαρ, 23.1.2021
  • Μπουκάλας, Παντελής (2025): «Ο χρονοάντοχος “Λοιμός” του Αντρέα Φραγκιά», εφ. Η Καθημερινή, 11.5.2025.