Αναγνώστες

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2008


Σόνια Ιλίνσκαγια-Αλεξανδροπούλου

Μερικά στιγμιότυπα μνήμης

Όλα ξεκίνησαν με τη νυχτερινή εισβολή του στο σπίτι μας. Εκείνη την ημέρα του Νοέμβρη του 1964 ο Αντρέας έφτασε στη Μόσχα και χτύπησε την πόρτα μας. Τον έφερε ως εκεί ο καλός μας φίλος Δημήτρης Σπάθης. Είμαι σίγουρη πως ο Αντρέας δεν είχε ξανακάνει κάτι τέτοιο ούτε πριν ούτε μετά. Όλοι μας ξέρουμε πόσο ήταν διακριτικός και συνεσταλμένος. Εμείς, κατάκοποι από τη δουλειά μας και τη φροντίδα την κόρης μας μόλις 7 μηνών, ετοιμαζόμασταν για ύπνο. Πετάξαμε από τη χαρά μας. Έγινε κάτι που σα να ήταν αναμενόμενο και για τον Αντρέα και για το Μήτσο. Η αναγνώριση πως η προαίσθησή τους δεν τους ξεγέλασε, ότι η διάγνωση που έκαναν – του συγγραφέα και του ανθρώπου, διαβάζοντας ο Μήτσος το Άνθρωποι και σπίτια και ο Αντρέας το Νύχτες και αυγές βγήκε σωστή. Ήταν της ίδιας γενιάς, στα εφηβικά τους χρόνια, κρίσιμα για τη χώρα, έκαναν κοινή επιλογή, που και τότε και έπειτα την θεωρούσαν ως μόνη ενδεδειγμένη και έντιμη, χωρίς ποτέ να επικρίνουν άλλους για την απουσία τους. Ήταν φανερό από τότε και επιβεβαιώθηκε μετά πως δε θα εξαργύρωναν ό,τι είχαν προσφέρει, δε θ’ ανακατεύονταν στα πολιτικά δρώμενα, ό,τι είχαν να πουν, θα το έλεγαν μέσα από το έργο τους. Με ελεύθερη κριτική θεώρηση και διαχρονικό ιστορικό και υπαρξιακό αναστοχασμό. Ο καθένας με τον τρόπο του, αλλά με τον ίδιο στόχο και με συγγενείς αισθητικές αναζητήσεις. Με αμετάθετη προσήλωση στις Θερμοπύλες που τις είχαν διαμορφώσει από τα νιάτα τους οι ίδιοι.
Το άλλο πρωί ήταν πάλι κοντά μας. Μπαίνοντας ρώτησε: «Πού είναι το παιδί;» Τη σκηνή που ακολούθησε την είχε περιγράψει- με τον απαράμιλλο δικό του ύφος όπου το κωμικό ήταν μέσα στο απολύτως σοβαρό,- σε πολλούς φίλους στην Αθήνα, αργότερα έτυχε να το ακούσω κι εγώ. Του δείξαμε προς την πλευρά του μπαλκονιού. Με τους γονείς που έμπλεξε η Όλγα, αντί να την βγάζουν σε κανένα κοντινό πάρκο, έπαιρνε τον οξυγόνο της στο καροτσάκι έξω στο μπαλκόνι του 8ου ορόφου της πολυκατοικίας μας. Κοιμόταν στη γούνινη φόρμα της που άφηνε ακάλυπτο μόνο το πρόσωπό της. Ο καιρός ήταν και για τους μοσχοβίτες χειμωνιάτικος, πόσο μάλλον για έναν αθηναίο.
Έφευγα εγώ για τη δουλειά μου, τους άφηνα να κάθονται – καθαρά μοσχοβίτικη συνήθεια –στη μικροσκοπική κουζίνα μας, αντικριστά. Εκεί τους έβρισκα, επιστρέφοντας – πίνανε καφέ, ο Αντρέας κάπνιζε ασταμάτητα. Κάτι τρώγαμε, βγαίναμε βόλτα και οι τέσσερις (η Όλγα στο καρότσι). Κινούσαμε για μεγάλες διαδρομές – προς την παλιά συνοικία Αρμπάτ, γνωστή για τα όμορφα σπίτια της του 19ου αιώνα. Ύστερα από τρεις και πλέον δεκαετίες, αναπολώντας αυτές τις βόλτες ο Μήτσος έγραψε: «Δε θυμάμαι άλλον τόσο αλληλέγγυον για το παλιό σπίτι. Εκείνοι οι περίπατοι, τραβώντας από κοντά το καρότσι με το παιδί, μου είναι αξέχαστοι, χτυπάνε μες στους σφυγμούς μιας φιλίας που μου ήταν και μένει πάνω από εκτιμήσεις και λόγια…»
*
Έγινε ένα θαύμα και είδα τον Αντρέα μερικούς μήνες μετά στην Αθήνα. Κινήθηκαν κάποιοι συμπατριώτες και φίλοι του Μήτσου (έφτασαν στον Θανάση Κανελλόπουλο) προκειμένου να μου δοθεί η άδεια να έρθω στην Ελλάδα με την Όλγα, να τη δουν οι γονείς του Μήτσου που είχαν χάσει στον εμφύλιο δυο γιους και ο τρίτος, με τρεις θανατικές καταδίκες, δεν ήταν δυνατόν να έρθει. Πήγα στο σπίτι του Αντρέα, γνώρισα τη μητέρα του, την κυρία Αλεξάνδρα, που με εντυπωσίασε με την αφοριστική σοφία του λόγου της, τη στοργική Κούλα, σταθερό στύλο της οικογένειας, τα κορίτσια – την Αλεξάνδρα και την Άννα. Θαύμασα τα εικαστικά του Αντρέα και είχα το θράσος να διεκδικήσω τα «Αγκάθια» του. Πριν φύγω για τη Μόσχα έλαβα ένα ακριβέστατο αντίγραφο. Αρκετές φορές είχαμε ειδωθεί στην εφημερίδα και σε ένα καφενείο στην Ομόνοια. Ήταν η εποχή που ο Αντρέας έγραφε την πρώτη μορφή του Λοιμού. Την ημέρα στην εφημερίδα, τη νύχτα στο γράψιμο. Ένας ίσκιος με πονεμένα μάτια που κάθε τόσο έλεγαν να κλείσουν.
Το 1967 είχα στα χέρια μου το διαβατήριο να ξαναπάω στην Ελλάδα. Παρενέβη η δικτατορία. Οι Φραγκιάδες πήγαν για ένα διάστημα στη Γαλλία, αλλά δεν άντεξαν, γύρισαν πίσω. Θα ξαναϊδωθούμε πια στην μεταπολίτευση – πρώτα ο Μήτσος, το Γενάρη του 1975, το καλοκαίρι - εγώ με την Όλγα, ο παππούς και η γιαγιά είχαν να την δουν 10 χρόνια. Ο Μήτσος δεν μπόρεσε να έρθει μαζί μας. Επιστρέφοντας από την Ελλάδα, κάτω από το βάρος μεγάλης υπερέντασης και πολλών συγκινήσεων, έπεσε με βαριά πνευμονία, οι γιατροί τον κράτησαν όλο το καλοκαίρι σ’ ένα θεραπευτήριο, φοβόντουσαν μη φουντώσει η παλιά φυματίωση. Τον επισκέφτονταν και τον φρόντιζαν οι φίλες μου.
Ακολούθησαν πάρα πολύ δύσκολα μετέωρα χρόνια – μεταξύ Αθήνας και Μόσχας. Χωρίς στέγη στην Αθήνα, χωρίς οικονομικό στήριγμα, εκτός των συγγραφικών δικαιωμάτων στον «Κέδρο» και στη «Σύγχρονη Εποχή», που δεν μπορούσαν να σώσουν την κατάσταση. Με τη βοήθεια της αγαπημένης μας Νανάς Καλλιανέση βρέθηκε ένα δυαράκι στην Κυψέλη – με συμβολικό νοίκι, αφού μας το παραχώρησε η φίλη της η Κατίνα. Το προετοίμασαν για τον ερχομό μας μαζί με τη Νανά η Μάρω Δούκα και η Νινέττα Μακρυνικόλα. Δεν μπορούσαμε όμως να το κρατήσουμε για το διάστημα που θα ήμασταν στη Μόσχα. Κι εδώ, ως deus ex machina, παρουσιάστηκε ο Αντρέας: ξενοικιάστηκε το ισόγειο διαμέρισμα στο σπίτι τους, μετέφεραν εκεί την θεία του Αντρέα, έμεναν ελεύθερα δύο δωμάτια, μπορούσαμε να τα καταλάβουμε. Έτσι μετακομίσαμε κοντά τους, χωρίς να υποψιαζόμαστε τι δοκιμασία μάς ετοίμαζε το άμεσο μέλλον και πόσο σωτήρια θα είναι η δική τους συμπαράσταση.




(Απόσπασμα της εισήγησης της Σόνιας Ιλίνσκαγια στο συνέδριο για τον Αντρέα Φραγκιά που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 14-16 Δεκεμβρίου 2007, στην Αίθουσα της ΕΣΗΕΑ. Οι εισηγήσεις του συνεδρίου θα δημοσιευτούν σε προσεχές τεύχος του περιοδικού Θέματα Λογοτεχνίας των εκδόσεων Γκοβόστη)

Δεν υπάρχουν σχόλια: