Αναγνώστες

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018


Ανδρέας Φραγκιάς – Άνθρωποι και Σπίτια


http://www.katiousa.gr/logotechnia/pezografia/andreas-fragkias-anthropoi-kai-spitia/ 

Ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα που αναφέρεται στην εργατική τάξη και στην διαμορφούμενη ταξική συνείδηση, σε μια εποχή μετά το τέλος της κατοχής και πριν τον εμφύλιο. Ο Ανδρέας Φραγκιάς έφυγε από τη ζωή στις 6 του Γενάρη 2002. Σεμνός συγγραφέας με μικρό σε ποσότητα συγγραφικό έργο αλλά μέγιστο σε ποιότητα.


Ο Ανδρέας Φραγκιάς έφυγε από τη ζωή στις 6 του Γενάρη 2002. Σεμνός συγγραφέας με μικρό σε ποσότητα συγγραφικό έργο αλλά μέγιστο σε ποιότητα.
Από τα μυθιστορήματά του επιλέγουμε ένα απόσπασμα από το Άνθρωποι και Σπίτια. Η γραφή του έχει χαρακτηριστεί συγκλονιστική συνάμα και ποιητική, με έντονο το ψυχογραφικό και το λυρικό στοιχείο, σ’ ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα που αναφέρεται στην εργατική τάξη και στην διαμορφούμενη ταξική συνείδηση σε μια εποχή μετά το τέλος της κατοχής και πριν τον εμφύλιο.
Ο Ανδρέας Φραγκιάς άρχισε να το γράφει το 1947 αλλά η σύλληψη και η εξορία του στον Άγιο Κήρυκο της Ικαρίας καθυστέρησε την έκδοσή του. Το μυθιστόρημα εκδόθηκε τελικά το 1955.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στην μετακατοχική Αθήνα, ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση. Οι άνθρωποι μιας λαϊκής συνοικίας της Αθήνας παλεύουν με τη φτώχεια και την ανεργία. Από τη μια μεριά τα καμένα από τους Γερμανούς σπίτια και από την άλλοι οι άνθρωποι – άντρες και γυναίκες – της φτωχολογιάς, ανάμεσά σε δυο εργοστάσια, ένα εγκαταλειμμένο και ένα υπό κατασκευή, σε έναν εξοντωτικό αγώνα επιβίωσης.
Στο απόσπασμα ένας από τους ήρωες του μυθιστορήματος, ο Αργύρης, κατορθώνει να βρει δουλειά σε ένα εργοστάσιο μετά από μακρύ διάστημα ανεργίας. Τι συμβαίνει όμως την πρώτη μέρα που αρχίζει να δουλεύει;
***
– Εσύ είσαι για την καινούργια μηχανή;
– Έτσι μου είπανε, περιμένω.
– Ο άλλος, χτες, κουλάθηκε.
– Το ξέρω. Τι ώρα έρχεται ο μηχανικός;
Αυτός έφυγε. Πήγε πιο κάτω και μίλησε με τους άλλους. Στρίψανε όλοι και είδανε περίεργα τον Αργύρη.
Όταν μπήκε ο μηχανικός, ο Αργύρης πλησίασε και του είπε τ’ όνομά του.
– Για την καινούργια μηχανή;
– Ναι.
– Έλα πάνω.
Ανεβήκανε γρήγορα τις σκάλες. Λες νάναι τόσο εύκολο να πιάσει δουλειά; Ο μηχανικός έκανε σα να τον περίμενε. Περάσανε ένα μακρύ διάδρομο, βγήκανε σε μια μεγάλη αίθουσα με πολλούς εργάτες, γεμάτη με τόρνους και πλάνες. Άλλος διάδρομος, άλλη αίθουσα με πάγκους κι’ άλλες μηχανές παράξενες. Απ’ όπου περάσανε όλου γυρίζανε και τον είδανε πάλι περίεργα κι’ ο Αργύρης φοβήθηκε.
– Πώς είναι τ’ όνομά σου;
Ο Αργύρης τούπε κι’ αυτός το σημείωσε.
– Πού αλλού έχεις δουλέψει;
Ο Αργύρης τού είπε πως έχει τελειώσει το νυχτερινό τεχνικό σχολείο και πως δούλεψε από κει κι’ ύστερα στη μεγάλη φάμπρικα της γειτονιάς του. Τάγραψε όλ’ αυτά. Και το δρόμο που είναι στο σπίτι τους και πόσων χρονών είναι κι’ ένα σωρό άλλα πράματα. Ύστερα προχωρήσανε σ’ ένα άλλο διάδρομο που κλείνει με κάγκελα. Πάρα μέσα άλλα, πούναι σαν πόρτα, στο χώρο της μηχανής.
Αυτή είναι! Ο Αργύρης τη γνώρισε σα να την ήξερε χρόνια. Ίδια, όπως στο σχέδιο του Θανάση. Πήγε αμέσως κοντά και εξέτασε τα διάφορα κλειδιά και τις ρόδες της.
Φαίνεται πως θα τη σκουπίσανε, γι’ αυτό δεν είδε λεκέδες από το αίμα του Θανάση.
– Να προσέχεις, είπε ο μηχανικός.
– Θα προσέχω.
Έβαλε τους ιμάντες στις ρόδες και τράβηξε το μοχλό του ρεύματος. Κι’ ο Αργύρης έκλεισε τα μάτια του ν’ ακούσει το πρώτο τραγούδι της. Τη ρεγουλάρισε όπως πρέπει κι’ όλα γυρίζανε στρωτά, όπως στη μουσική. Ο Αργύρης χούφτιασε το κλειδί που ρυθμίζει την κίνηση κι’ άνοιξε τα μάτια του, το στόμα, φουσκώσανε τα ρουθούνια του κι’ οι φλέβες του μούτρου του χοντρύνανε, όλο αίμα. Τα γυαλιστερά λαδωμένα σίδερα δένονται σφιχτά στις συνδέσεις και τους αρμούς τους. Φτιάχνουν δουλειά, παραγωγή, έργο.
– Έχεις ξαναδουλέψει σε τέτοια; Σα να την ξέρεις από πριν.
– Ναι, του λέει, την ξέρω από πριν.
– Παράξενο!.. Δεν υπάρχει άλλη… είναι το πρώτο μοντέλο πούρχεται…
Ο μηχανικός έβαλε τον Αργύρη να κάνει διάφορα τεχνικά πράματα για να δει αν ξέρει τα μυστικά της. Τον ρώτησε για τη λειτουργία, τις φάσεις, τα απότομα σταματήματα, τα όργανα μετρήσεως, πότε τη βάζουμε αργά και πότε γρήγορα, πώς είναι η συνδεσμολογία των δυνάμεων, δουλειά στο δέκατο του χιλιοστού, κι’ ο Αργύρης απάντησε μαστόρικα σ’ όλη την εξέταση, πιάνοντας το ένα κλειδί με τ’ άλλο, στο φαρτσάρισμα, στο σιγανό, στα λάδια. Το κολάι της είναι ώσπου να ταιριάσεις την αναπνοή σου στο γύρισμά της, γιατί όλα σου τα νεύρα πρέπει να είναι συνδεμένα με κάποια βίδα της. Έχει δει κι’ άλλες μηχανές, μα στο τραγούδι αυτηνής δεν πιάνουνε μπάζα όλα τα μεγάφωνα της πλατείας. Την έχεις του χεριού σου όπως ξεκλειδώνεις την πόρτα της κάμαρης. «Πού είσαι Γεωργία να με δεις…»
– Εν τάξει, είπε ο μηχανικός, έναν σαν και σένα θέλαμε.
– Και τώρα να δουλεύω; ρώτησε ο Αργύρης.
– Και το ρωτάς; Εγώ θα τα κανονίσω στο προσωπικό και στο λογιστήριο…
Έφυγε βιαστικός κι’ ο Αργύρης έμεινε μόνος απέναντι στη μηχανή.
Τώρα δουλεύει ταχτικά όλο το εργοστάσιο. Στις διπλανές αίθουσες και στο διάδρομο πολύς κόσμος. Από δω όμως δεν περνάει κανείς. Είναι, βλέπεις, αυτά τα κάγκελα. Κοιτάζεις πώς πηγαινοέρχονται τ’ αστραφτερά ατσάλια, οι ρόδες και τα έμβολα, οι κοχλίες, τα γρανάζια κι’ έπαψες να είσαι μάστορης. Έγινες κάτι απ’ το μηχάνημα. Από τούτη τη σύνθετη μηχανή με τη μεγάλη παραγωγή, τις αυτόματες εναλλαγές, που μουγγρίζει σα θεριό και σε ρουφάει. Σε μια μεγάλη ησυχία, όλο ευτυχία και κίνηση. Την έβαλε να δουλέψει όσο παίρνει πιο γρήγορα και ζεστάθηκε προσπαθώντας να προλάβει στο φορτσάρισμα όλα της τα σκέρτσα, την απόδοση και την παραγωγή. Και λιγώθηκε.
Η Γεωργία κάθισε στην καρέκλα του μαγέρικου να ξεκουραστεί. Όταν άκουσε τη φούρια της δουλειάς να γεμίζει το δρόμο, κατάλαβε όλη την κούραση να πέφτει πάνω της σα βαρύ φορτίο. Στ’ αυτιά της έπηξε η βουή του εργοστασίου κι’ όλος τούτος ο μεγάλος όγκος με τα παράθυρα, τα σφυρίγματα, τα κουλουριάσματα του αέρα, τους καπνούς, τα ξεφυσήματα, τις λάμψεις του οξυγόνου, τα ρυθμικά χτυπήματα των μηχανών, την κάνανε να θαρρεί πως αρμενίζει σ’ αφρισμένη θάλασσα. Είναι η αϋπνία, η αγωνία κι’ η νύστα κι’ ο καημός. Η λαχτάρα μας να δουλέψουμε είναι κάτι πιο δυνατό από μας. Να μπορούσες να κοιμηθείς σε τούτη την καρέκλα ν’ απλώσεις τα πόδια στο πεζοδρόμιο και να σκουντάφτουν στα παπούτσια σου οι περαστικοί. Το παιδί του μαγαζιού τη ρώτησε αν θέλει τίποτα.
– Όχι, θα φύγω σε λίγο.
Κι’ επειδή το πρωί δεν έχει δουλειά το μαγέρικο κι’ όλες οι καρέκλες μένουν άδειες κι’ ο μάγειρας παστρεύει χόρτα, δεν της ξαναμίλησε. Πρέπει να γυρίσει να μαγειρέψει και να συγυρίσει το σπίτι. Σήμερα είναι σα νάχουμε γιορτή. Ο Αργύρης θαρθεί πεινασμένος και πρέπει να νιώσει πως γυρίζει σε σπίτι. Η φασαρία και το ρυθμικό γύρισμα της βουής είναι σα γλυκό νανούρισμα. Εδώ κοντά που δουλεύει ο Αργύρης. Θυμάσαι; Ναι, τα θυμάμαι όλα. Δε θα πεις τίποτα για τα χτεσινά. Θα του ζητήσεις παρακαλεστά να τα ξεχάσει. Όσα γίνανε πριν από σήμερα είτανε «χτες». Είταν η νύχτα, ο πόλεμος, η ανεργία που μας φαρμάκωσε τη ζωή κι’ έκανε στυφό το σάλιο στο στόμα μας.
Σου παίρνει το μυαλό τούτο το τραγούδι. Ξελογιάζεσαι και λες πως όταν δουλεύεις σ’ ένα τέτοιο καλό πράμα φχαριστιέσαι κατάκαρδα. Δεν είναι μόνο αυτό. Τα χέρια σου θυμηθήκανε να φτιάχνουνε κάτι, χαίρονται που τρίβωνται με τα σίδερα , γλιστράνε στις επιφάνειες, κανονίζουνε με το μάτι σίγουρα χωρίς να χάνουν ούτε χιλιοστό. Ξέρουνε το σίδερο, το μέγεθος και το χρόνο, σα να μετράνε μόνα τους, πόσο χρειάζεται η παλίνδρομη κίνηση, να γυρίσουνε το κλειδί και να τραβήξουνε το μοχλό για να γυρίσει το σύστημα στον ατέρμονα, για να σκαφτεί το σίδερο. Θάρθει και το Σαββατόβραδο με το μεροκάματο. Το σπίτι μας άλλαξε μονομιάς το πρωί που γέλασε η Γεωργία. Κι’ έχουνε τόση ανάγκη όλα τα πράματα να δουλεύονται με τα δάχτυλα, τα χνώτα, το φως της μέρας. Κι’ είναι άλλο πράμα να γελάει η Γεωργία. Ως τώρα όλα τάχαμε αναβάλει γι’ αργότερα. Κι’ η Γεωργία θα πάψει νάναι σκυμμένη στην μονόχρωμη επιφάνεια του πανιού. Η ζάρα πούγινε στη μέση των φρυδιών της, απ’ τα πέρσι, έμεινε κει χαράκι κι’ όλο ισκιώνουνε τα μάτια της. Πρέπει να ξεκουράζεται για να κρεατώσει λίγο το κορμί της, να γεμίσουνε κάπως τα μάγουλα. Είτανε ο πόλεμος κι’ η πείνα. Πρέπει ακόμα και να πάψει να ράβει μπλούζες με τη δωδεκάδα. Θαρθούνε κυρίες και κορίτσια που θέλουνε φορέματα με πιέτες, ζακετάκια, σούρες, νάχουνε εφαρμογή, χάρη κι’ η Γεωργία ήξερε πάντα να τα φτιάχνει με το γούστο της καθεμιάς. Ο Αργύρης ιδρωκοπάει στη μηχανή. Αν πρόσεχε ο Θανάσης, δε θα πάθαινε τέτοια ζημιά. Τι θα τόκανε άραγε το απόκομα του χεριού του; Τούτη η μηχανή κάνει δουλειά για πολλές. Ούτε είκοσι μαστόροι δεν παραβγαίνουνε μαζί της, με τις άλλες τις απλές. Θέλει πολλά μάτια να την κοιτάζουνε και το μυστικό της είναι να ενώσεις μαζί της την αναπνοή σου. Μήπως κι’ όλες οι δουλειές δε ζητάνε το ίδιο; Η κάμαρά μας θα γίνει ξανά σπίτι. Σκέφτηκες πολλές ώρες τούτη τη δουλειά. Όταν έφυγε ο Θανάσης το βράδυ πούβρεχε, έκλεισες τα μάτια σου και τη συλλογιζόσουνα. Κ’ είταν απ’ τα πιο γλυκά όνειρα. Ποια νάναι τάχα η κοπέλλα του Κοσμά που θάρθει μαζί μας το Σαββατόβραδο; Θυμάσαι, τότε με τη Γεωργία; Με τη Γεωργία σμίξαμε σα να μη μπορούσε να γίνει αλλιώς, σα νάτανε  απ’ τα πράματα που γίνονται οπωσδήποτε. Όπως το «έργο» που κάνει η μηχανή με την ορισμένη σύνδεση. Κρίμα, όμως, που δε μπορέσαμε να κάνουμε κάτι κι’ ύστερα. Τι να κάνουμε; Να, λίγη χαρά στο σπίτι θα είναι το πιο σπουδαίο πράμα που θα γινόταν. Και το πιο απλό.
Στη διπλανή αίθουσα γίνεται μεγάλη κίνηση. Σα να μαζευτήκανε πολλοί. Μα δεν μπορεί να στρίψει να δει, θέλει προσοχή. Γιατί έχουνε τα κάγκελα κι’ είναι έτσι ξεμοναχιασμένος σ’ αυτό το κλουβί; Διψάς;
Τώρα που θα φτιάξει ο καιρός πρέπει ν’ ασπρίσουμε την κάμαρη και να φυτέψουμε κάνα λουλούδι στην αυλή μας. Έστω μολόχες. Νάναι σα σπίτι που κάθονται άνθρωποι. Θα δουλεύουμε κι’ οι δυό. Ο πόλεμος τέλειωσε απ’ τα πέρσι. Άμα θάχουμε λεφτά θα βάψουμε και τα παράθυρα. Ας μην είναι δικό μας το σπίτι. Όταν τα παράθυρα είναι βαμένα μπαίνει περισσότερος ήλιος. Κάτι γίνεται στη διπλανή αίθουσα. «Τι με νοιάζει εμένα». Με το δεύτερο βδομαδιάτικο θ’ αγοράσει η Γεωργία φουστάνι. Θα μπει άνοιξη και δε μπορεί νάναι με το τσόχινο παλτό. Κι’ ο Θανάσης μπορεί να πάρει κάνα επίδομα. Τώρα με τους πολέμους έχουνε τελειοποιηθεί τα ξύλινα χέρια. Υπάρχουνε τώρα εξαρτήματα για τραυματίες, όχι με πέτσινο γάντι για φιγούρα, αλλά με κάτι γερούς γάτζους ατσαλένιους για να πιάνουνε κάτι. Τα δένουνε με τιράντες απ’ τους ώμους και δεν ξέρω πόσες οκάδες σηκώνουν. Κι’ άμα του μιλήσει κανείς θα μπορεί να τον ξεσκίσει με το γάτζο. «Τι να σου κάνω κύριε, το δικό μου μού τόφαγε η μηχανή που πήγα να τη δουλέψω για να κρατήσουνε τη γυναίκα μου στο νοσοκομείο και για ν’ αποχτήσω μεροκάματο. Λίγο τόχεις.» Κι’ όμως είναι πολύ φυσικό πράμα να δουλεύεις και δε θάπρεπε να βάζεις ενέχειρο ολόκληρο χέρι. Τώρα ο πόλεμος τέλειωσε και λέγαμε πως θ’ ανοίξουνε οι δουλειές. Λέγαμε ακόμα πως θάναι ντροπή να πεινάει έστω κι’ ένας άνθρωπος σ’ όλο τον κόσμο. Δε μπορείς να γυρίσεις. Κάτι γίνεται εδώ δίπλα. Κι’ η μηχανή πάει κι’ έρχεται μ’ όλο το σύστημά της πάνω στους κοχλίες. Καλά. Μπορεί να ήρθανε δω δίπλα για να βοηθήσουνε σε καμιά δύσκολη δουλειά, να τραβήξουνε κάτι που δεν το τραβάει η τροχαλία, να πάρουνε λεφτά.  Ο Αργύρης ρεγουλάρισε τη μηχανή του όπως περιποιείται ένα παιδί. Κανόνισε τα λάδια και τα γρασαρίσματα, γιατί τούτες οι πολύστροφες θέλουνε να τις ταΐζεις συνέχεια με λίπος, είναι βλέπεις, οι τριβές και τα κουζινέτα ανάβουνε. Με την άκρη του ματιού του είδε τους μαζεμένους ανθρώπους έξω απ’ τα κάγκελα. Κάτι λένε, μα τούτη δω δεν τον αφήνει ν’ ακούσει. Του ζητάει νάχει όλη την προσοχή του. Κάποιος ήρθε απ’ το διάδρομο. Ο μηχανικός.
– Δουλεύεις;
– Συνέχεια. Πάει ρολόι.
– Μπράβο. Πήγα στο λογιστήριο και κανόνισα το μισθό σου…
– Τι είπες;
– Κανόνισα να πληρωθείς.
– Τι;
– Θα πάρεις ένα βδομαδιάτικο προκαταβολή.
– Σήμερα;
– Μήπως έχεις ανάγκη περισσότερα;
– Δε σ’ ακούω τι λες.
– Καλά, καλά, δούλευε συνέχεια.
– Αυτό κάνω.
– Στο  τέλος, να περάσεις απ’ τον ταμία να τα πάρεις.
Τι θέλει και τούτος εδώ; Είπε κάτι για λεφτά. Όταν θα γυρίσεις στο σπίτι θα τ’ ακουμπήσεις στο τραπέζι και θάναι σα ν’ αρχίζουμε απ’ την αρχή τη ζωή μας. Κι΄ η Γεωργία; Τώρα το σπίτι μας είναι παρατημένο σα να λείπουμε από καιρό. Λες να μη το πίστεψε η Γεωργία και να ράβει ακόμα τις μπλούζες επειδή νομίζει πως πήγα στους υπόνομους; Θα βάλουμε κι’ ένα γλόμπο στο κορδόνι του ταβανιού γιατί από τότε που κάηκε δεν αξιωθήκαμε να τον αλλάξουμε. Δε χρειαζόταν κιόλας γιατί αυτός πούναι κοντά στη μηχανή της Γεωργίας μάς φτάνει. Είναι βλέπεις όλα τόσο πρόχειρα…Θα καρφώσουμε το πατζούρι και θα το στερεώσουμε με μεντεσέδες για να μη γέρνει. Κι’ η πόρτα θέλει κάρφωμα. Ένα βάψιμο στα σίδερα του κρεββατιού και να πάρουμε ένα μικρό καθρέφτη. Αυτός έσπασε κι’ έχει ένα παράταιρο σχέδιο που δεν κρεμιέται πουθενά. Θα φυτέψουμε οπωσδήποτε κάτι στο μπροστινό μέρος και μ’ ένα ντενεκέ του πετρελαίου ή μ’ ένα μπιτόνι θα φτιάξουμε βρυσούλα στην αυλή για να μη βουτάς κείνο το κουτί της κονσέρβας στον κουβά και μουσκεύεσαι ολόκληρος για να πλήνεις τα χέρια σου. Απ’ όταν σμίξαμε δεν κάναμε τίποτα για να ομορφήνουμε τη ζωή μας. Ο Αργύρης νόμιζε πως φτάνει ν’ αγαπάει πολύ τη Γεωργία και πως όλα τα πράματα θα γίνουν όταν τελειώσει ο πόλεμος και θάναι τότε για όλους βολικά. Κι’ όταν η Γεωργία θα γελάει, όπως σήμερα το πρωί, θάναι πολύ εύκολο νάχουμε ένα παιδί. Ό,τι λείπει για να γίνουμε άνθρωποι. Να φτιάξουμε, να γεννηθεί από μας ένας ολόκληρος άνθρωπος!
Η Γεωργία κάθεται ακόμα στην καρέκλα του καφενείου. Είδε πώς αλλάζουνε με τις ώρες οι όψεις του δρόμου και κατάλαβε πως πρέπει να γυρίσει στο σπίτι. Έχει και τόσες δουλειές. «Φαίνεται πως ο Αργύρης ταχτοποιήθηκε στο εργοστάσιο κι’ αυτό σημαίνει πως σήμερα τέλειωσε ο πόλεμος για μας». Τώρα αγαπάς τούτο το βουερό καπνισμένο χτίριο πούχει στους τοίχους του δαχτυλιές από γράσσο, ξεφτίσματα απ’ τα σκουντήματα των αυτοκινήτων και μια μουντζούρα, σ’ όλο το μάκρος του τοίχου ως ένα μπόι, όπως τρίβονται ακουμπώντας με τις λαδωμένες φόρμες οι εργάτες στα διαλείμματα.
Θα πάρει πάλι το δρόμο και τώρα θα της φανεί λίγος. Το βράδυ θα κοιμηθούνε μονοκόμματα την πιο ήσυχη νύχτα, σίγουροι πως τέλειωσε πια ο πόλεμος, γιατί ο Αργύρης θάναι κουρασμένος απ’ τη δουλειά και θα μιλήσουνε ξαπλωμένοι για τόσα πράματα π’ αφήσανε στη μέση και γι’ άλλα που ούτε τ’ αρχίσανε. Είταν όλα παρατημένα και πικρά στο σπιτικό μας. Πώς μπορούσε να γίνει σπίτι αυτή η κάμαρη, αφού δεν είχαμε το πιο απαραίτητο για να συνεχίσουμε τη ζωή μας; Η Γεωργία σηκώθηκε να φύγει. Πρέπει να μαγειρέψει για να βρει φαΐ, να στείλει στα παιδιά του Θανάση, να συμμαζέψει το σπίτι. Απ’ όλη αυτή την πηχτή φασαρία που κάνανε οι μηχανές κάποια είναι και του Αργύρη. Προσπάθησε να την ξεχωρίσει, μα βγαίνει τόσο συμπαγής ο θόρυβος απ’ την ένταση της κίνησης, που λες πως αυτή όλη η βουή είναι κάτι απ’ την αναπνοή του. Κι’ απ’ τη χαρά του. Η Γεωργία γέλασε κρυφά και ευχαριστημένη. «Επί τέλους θα γίνουμε και μεις σαν όλο τον άλλο κόσμο».
Η μεγάλη σιδερένια πόρτα σηκώθηκε. Η Γεωργία στάθηκε. Θέλεις να δεις ό,τι έχει σχέση με τούτο το εργοστάσιο, να το γνωρίσεις κι’ αν μπορείς να πας στο μέρος που δουλεύει, ο Αργύρης. Η σιδερένια πόρτα ανεβαίνει αργά και δείχνει από μέσα την είσοδο και πιο πέρα την αυλή. Απέναντι απ’ τ’ άνοιγμα είναι άλλο χτίριο πιο μουντζουρωμένο. Τρεις άνθρωποι της φάμπρικας κουβεντιάζουν στην είσοδο. Κι’ ύστερα κατεβήκανε άλλοι δυό. Ένα μικρό γυαλιστερό αυτοκίνητο που στάθηκε στην πόρτα έφερε έναν κύριο που μόλις είδε τους εργάτες σα να τους μάλλωσε που είναι έξω. Κι’ ανέβηκε. Αυτοί είναι ανήσυχοι και γελάσανε νευριασμένα. Θάναι τ’ αφεντικό σκέφτηκε η Γεωργία.
Αν τόξερε πιο πριν θα τον σταμάταγε να του πει πως σήμερα έπιασε δουλειά ένας καινούργιος μάστορης και να τον προσέξει. Απ’ τους πολλούς μήνες πούμεινε άνεργος ίσως να μη μπορεί ν’ αποδώσει αμέσως γιατί νομίζει πως τα ξέχασε όλα.
Κάποια παράξενη κίνηση στην είσοδο. Κατεβήκανε κι’ άλλοι κι’ ένας με κατακόκκινα μάτια σκουπίζει τα χέρια του απ’ τα λάδια. Η Γεωργία στάθηκε να δει. Όσο ανήσυχα κι αν μιλούνε τούτοι εδώ το εργοστάσιο δουλεύει.
Κι’ ο Αργύρης δουλεύει με κέφι. «Τώρα που τέλειωσε και για μας ο πόλεμος, Γεωργία, να δεις. Έτσι είταν, σαν μια περιπέτεια όλη αυτή η ιστορία, κάτι απ’ τον πόλεμο. Εμείς δεν είμαστε ένα αντρόγυνο σαν τ’ άλλα. Θαρρώ πως ζήσαμε μαζί όλα μας τα χρόνια και δεν έγινε τίποτα που μας έφερε κοντά, γιατί βρισκόμαστε πάντα. Κι’ ο Αργύρης θυμάται πως πολλές φορές στην απέραντη σιωπή της ανεργίας το σκεφτότανε σα σκοπό: Για να γελάσει η Γεωργία. Για να φχαριστηθεί επί τέλους». Δε θάναι και πολύ δύσκολο να γίνει έτσι. Θα ξεκινάει το πρωί – πρωί καθαρός, ήσυχος και χαρούμενος, με τη Γεωργία γελαστή στο κατώφλι να του λέει στο καλό και το απόγεμα να πλένεται στην αυλή προσεχτικά για να βγούνε μαζί μια βόλτα, για ναρθεί κανένας άνθρωπος να περάσουνε το βράδυ. Κι’ η Γεωργία δε θα ρωτάει πια «τι θα κάνεις τώρα;» γιατί θα κάνει ό,τι μπορεί να γίνει. Θάναι και το παιδί. Το κορμί της Γεωργίας στέγνωσε παράκαιρα απ’ τη στεναχώρια κι’ οι ώμοι της γέρνους όταν ράβει. Δε θάναι πια έτσι. Τώρα π’ ανοίγουνε οι δουλειές η γειτονιά μας θα πάψει νάναι σκονισμένη κι’ αδιάφορη. Τα τηγάνια θα μοσχοβολάνε στις αυλές με τα γιασεμιά και τα παιδιά θα τρέχουνε τραγουδώντας. Κάπου ανάμεσά τους μπορεί νάναι και το δικό μας, με γδαρμένα γόνατα ξεθεωμένο απ’ το παιχνίδι, με μια μεγάλη φέτα ψωμί δαγκωμένη ολοστρόγγυλα. Θα γυρίζει χορτάτο και χαρούμενο για να το πλύνει η μάνα του και να του μάθει την αλφαβήτα.
Θάτανε δέκα η ώρα όταν σταμάτησε η δουλειά στη διπλανή μεγάλη αίθουσα. Μερικοί σταθήκανε στα κάγκελα που χωρίζουν το μέρος της μηχανής απ’ την άλλη φάμπρικα. Είπανε κάτι του Αργύρη, μα τούτο το βουερό μηχάνημα δεν τον αφήνει ν’ ακούσει. Ούτε να στρίψει. Διψάει και δεν ξέρει πώς θα πιει νερό. Ένας απ’ αυτούς έπιασε τα κάγκελα θυμωμένος. Δεν πολυσκέφτεσαι, γιατί τούτο το πράμα, δε σ’ αφήνει να συλλογίζεσαι όταν θες. Έτσι την έπαθε ο Θανάσης. Ποιος ξέρει τι θάχε  στο νου του. Δεν μπορείς ούτε να στραβοκοιτάξεις. Με την άκρη του ματιού είδε πολλούς στριμωγμένους στα σίδερα. «Τι με νοιάζει. Μπορεί νάρθανε να δούνε τη μηχανή». Ακόμα δεν έμαθες τις συνήθειες τούτης της φάμπρικας, και λες πως μπορεί νάχει διάλειμμα. Εσένα δε σου είπε κανείς πότε να σταματήσεις. Πρέπει ναρθεί πάλι ο μηχανικός. Και φωτιά να πιάσει το εργοστάσιο εσύ δεν θα το κουνήσεις από δω. Γυρίζει, δουλεύει, βουΐζει, φτιάχνει. Τι λέγαμε; Ο κόσμος θα δουλεύει και θα χαίρεται, ναι, κάπως έτσι θα γίνει. Κι’ όχι απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται πολλή δουλειά ώσπου να φτιαχτούν όλα τα γκρεμισμένα. «Γεωργία πρέπει να βοηθήσεις και συ. Και η δουλειά που πέφτει στο μερτικό σου είναι να γελάς. Για τα άλλα μη σε νοιάζει. Είμαι άξιος να τα κάνω όλα φτάνει νάμαι μπροστά σε μια μηχανή. Δε θα μου ξεφύγει ποτέ ούτε χιλιοστό, ούτε δέκατο στο κοπίδι πάνω στο σίδερο. Κι΄ούτε ποτέ θάχω τίποτ’ άλλο στο νου μου, έξω απ’ τα μάτια σου, απ’ αυτό που θέλουμε, απ’ το πώς θα μπορέσουμε να γίνουμε άνθρωποι. Θα γίνουμε, νάσαι σίγουρη γιατί σ’ αγαπάω πολύ κι’ εσύ δεν πρέπει να σκας ποτέ και για τίποτα. Έτσι που έχω φορτσάρει τη μηχανή ιδρώνει κι’ αυτή μαζί μου». Μπορεί και τη μαλάζει στα χέρια του και τα σιδερικά υποτάσσονται χωρίς θέληση, όπως τα θέλει.
Το κάγκελο άνοιξε κι’ ήρθε κάποιος. Μόλις που πρόφτασε να τον δει. Ένας κύριος με κοστούμι και χωρίστρα. Τον κοιτάει με χαμόγελο. «Μπορεί να καμαρώνει το μηχάνημα, είπε ο Αργύρης, δε μοιάζει όμως νάναι εργάτης. Τι με νοιάζει, άστον να χαζεύει». Ξαφνιάστηκες γιατί ο κύριος σε χτύπησε στον ώμο και σου προσφέρει τσιγάρο. Θάναι ευχαριστημένος άνθρωπος για να γελάει έτσι, και μόνος του. Ο Αργύρης έβαλε το τσιγάρο στο αυτί. Δε μπορεί ούτε να τον κοιτάξει τον καινούργιο του φίλο. Έχει το νου του σε χίλιες μεριές, μη ξεπεράσουν, στην κίνησή τους, οι μηχανές την προσοχή του, γιατί χάθηκε. Ο κύριος δείχνει τα δόντια του μ’ ένα χαμόγελο και τρίβει τα χέρια του σα να μη του καίγεται καρφί.
– Έμαθα πως είσαι καλός τεχνίτης, τούπε.
– Λοιπόν; Και τι μ’ αυτό;
– Άμα θέλεις θα προκόψεις.
– Φαίνεσαι πως έχεις κέφι για κουβέντα.
– Η μηχανή αυτή είναι δύσκολη, πού δούλευες πρώτα;
– Δε μπορώ να σ’ απαντήσω, πρέπει να προσέχω…Διψάω και δεν έχω νερό.
Ο κύριος έτρεξε να του φέρει. Ο Αργύρης είδε πως η διπλανή αίθουσα είναι άδεια. Σταματημένες οι μηχανές, βγαλμένα τα λουριά και σιωπή. Τούτος ο παράξενος φίλος έφερε ένα μαστραπά νερό κι’ ο Αργύρης το ρούφηξε. Δεν μπόρεσε να του πει ευχαριστώ, τούδωσε μόνο το άδειο κύπελλο κι’ αυτός το πήρε.
– Τώρα δεν έχουμε κανέναν ανάγκη, άστους να κάνουν ό,τι θέλουν.
– Δηλαδή;
– Μη σε νοιάζει…Δούλευε.
– Δεν καταλαβαίνω, είπε ο Αργύρης, απ’ το πρωί όλοι μου λένε να δουλεύω, λες κι’ εγώ κάθουμαι. Τόσο καιρό που τους ζήταγα εγώ…κανείς.
– Δούλευε, μπράβο, έτσι γρήγορα, έκανε ο ευχαριστημένος άνθρωπος.
– Δεν καταλαβαίνω, ξανάπε ο Αργύρης.
– Δε χρειάζεται…Τώρα είναι η μηχανή.
Τι λέει τούτος; Τ’ αυτιά σου γεμίσανε βουή, το μάτι σου παίζει στις διάφορες ρόδες, στα ρολόγια, στα κλειδιά. Ούτε γύρισε να τον κοιτάξει. Ο Αργύρης τού φώναξε όσο μπορούσε πιο δυνατά.
– Ποιος είσαι συ;
Κι’ ο άλλος φώναξε:
– Εγώ είμαι ο Διευθυντής.
-Τι!
– Ο ιδιοκτήτης, ο εργοστασιάρχης.
– Χαίρουμαι, είπε ο Αργύρης, δεν τόξερα. Ναι η μηχανή είναι πολύ καλή, πολύ ωραία μηχανή, πολύ καλή…
– Τώρα δεν τους έχω ανάγκη, θα τους ξαναγυρίσω πίσω.
– Ποιους;
– Τους άλλους, κι’ έδειξε την αυλή.
– Δηλαδή;
– Μη σε νοιάζει, εγώ είμαι για σένα, δεν τους έχουμε ανάγκη, δούλευε…
Πάλι δεν κατάλαβε τίποτα. Θέλει να μάθει γιατί παρατήσανε τις μηχανές δίπλα κι’ άδειασε όλος ο τόπος. Τούτος δω είναι αληθινά ο εργοστασιάρχης; Ποτέ δεν είδε  από τόσο κοντά έναν άνθρωπο πούχει καταδικό του ένα εργοστάσιο σαν αυτό. Σε κέρασε και τσιγάρο. Σαν κάτι να γυρεύει εδώ. «Μπορεί να θέλει να δει πώς δουλεύω, συλλογίστηκε ο Αργύρης, καλά τούπα να μ’ αφήσει ήσυχο». Ο διευθυντής στάθηκε στο παράθυρο. Κι’ άνοιξε το τζάμι.
Ακουστήκανε φωνές μια πολύφωνη βουή, σα νάναι άλλη μια μηχανή στην αυλή. Ο Αργύρης τα παράτησε για λίγο κι’ έρριξε μια ματιά! Τους είδε όλους μαζεμένους, μια στρώση κεφάλια που κοιτάνε το παράθυρό του. Φωνάζουνε δυνατά, όλοι μαζί κι’ ο Αργύρης πάγωσε μόλις τους άκουσε.
– Τι γίνεται; ρώτησε τον κύριο.
– Τίποτα. Μη σε νοιάζει εσένα γι’ αυτό. Δούλευε και…
– Τι και;
– Θα σε ικανοποιήσω.
Ξαναπήγε στο παράθυρο και κοίταξε σα να θέλει να καταλάβει τούτο το παράξενο πράμα που γίνεται στην αυλή. Κι’ η διπλανή αίθουσα έρημη με σταματημένη τη δουλειά. Μόνο η δική του μηχανή γυρίζει μέσα στο άδειο εργοστάσιο.
– Δούλευε, δούλευε κι’ εγώ είμαι για σένα.
Ο Αργύρης κατάλαβε. Από κάτω φωνάζουν ρυθμικά σαν κάτι να ζητάνε. Όλη η αυλή έχει κεφάλια μ’ ολάνοιχτα μάτια. Κι’ η μηχανή έχει γυαλιστερές βίδες, γρήγορες κινήσεις και φασαρία. Πέρα, στη γειτονιά, είναι το σπίτι τους με τη Γεωργία σκυμμένη πάνω στον χασέ «Τι θα κάνεις τώρα;»
– Δούλευε, δούλευε…
Ο Αργύρης γύρισε χωρίς κόπο κάποιο κλειδί κι’ η βουή της μηχανής άρχισε να πέφτει, όπως μια λάμπα που της σώθηκε το πετρέλαιο. Σα να γίνεται κάποιο κακό ο διευθυντής φώναξε:
– Τρελάθηκες! Μήπως έχασες το λογικό σου;
– Εγώ, όχι.
– Τότε γιατί τη σταματάς;
– Μα αφού…έκανε ο Αργύρης κι΄ έδειξε το παράθυρο.
– Δούλευε, βάλε μπρος, θα σου δίνω το πρώτο μεροκάματο…
– Μα…
– Θα σε πάρω αρχιτεχνίτη, δούλεψε μόνο για σήμερα και σου δίνω όσα θες…
Ο Αργύρης την κράτησε πριν ξεψυχήσει και με τους μοχλούς πούχει μπροστά του της ξανάδωσε πάλι κίνηση. Πήρανε ξανά δρόμο οι ρόδες κι’ η βουή γέμισε πάλι πηχτά όλο το χώρο. «Σήμερα έτυχε αυτή η αναποδιά!» σκέφτηκε ο Αργύρης μούσκεμα στον ιδρώτα. «Τι θα κάνεις τώρα Αργύρη;»
Όσο δυνάμωνε η μηχανή οι φωνές ακούγονται πιο καθαρά. Περνάνε τους διαδρόμους και μπερδεύονται με τους ήχους της μηχανής. Το σίδηρο κόβεται σαν τυρί και δείχνει την αστραφτερή του σάρκα γυμνή. Και συ που το βλέπεις τρελαίνεσαι απ’ τη χαρά της δουλειάς. Οι φωνές όμως σε πολιορκούνε και σε σφίγγουνε. Γύρισε πάλι το μοχλό ρυθμίσεως κι’ άρχισε να καταπέφτει. Τα σίδερα είναι βαριά κι’ άμα λείψει η δύναμη που τα σαλεύει, αρχίζουνε να γίνονται ακίνητα. Σε λίγο θα σταματήσει.
– Όχι, όχι, μη το κάνεις αυτό, μόνο για σήμερα.
– Μα σήμερα…
– Για τέτοιες μέρες τη θέλω τη μηχανή…Σε πληρώνω όσα θες…
– Μόνο αυτό;
– Και σου υπογράφω σε χαρτί πως σε παίρνω μόνιμο αρχιτεχνίτη, για πάντα, στο εργοστάσιο. Είσαι καλός, δε θα φοβάσαι ποτέ πια την ανεργία…
– Είναι κι’ η ανεργία…
– Με το διπλάσιο μεροκάματο…μη σταματάς, θα σε σκολάσω αμέσως…
Κι’ ο Αργύρης δε μπόρεσε να μη γυρίσει πάλι το κλειδί για να ανέβει η κίνηση, να φορτσάρει. Ποτέ δε βρέθηκε έτσι δύσκολα. Η μηχανή δαιμονίστηκε και τα μάτια του Αργύρη πάνε να πεταχτούνε, όλο αίμα. Ο ιδρώτας στάζει. Και τα δόντια πολύ σφιχτά. Αν σταματήσεις θα λιώσεις στη σκόνη της ανεργίας, θα χάσεις πάλι το φως απ’ τα μάτια σου, ποιος ξέρει για πόσο. Από κάτω φωνάζουνε πολύ δυνατά. Καταλαβαίνει μόνο τους παλμούς στον αέρα χωρίς ν’ ακούει τίποτα. Τώρα βρίσκεται σε μια απόλυτη σιωπή και σα να σταθήκανε όλα. Κι’ ο ιδρώτας στάζει πάνω στα σίδερα που ούτε προφταίνει να τα δει απ’ την κίνηση που κάνουν μπροστά του.
– Μπράβο, μπράβο, είσαι σπουδαίος.
– Άσε, με.
– Καλά πολύ καλά, θα ξανάρθουν όλοι…δούλευε.
Ο Αργύρης δεν ακούει τίποτα απ’ όσα του λέει. Σα να θέλει να μπει στα σπλάχνα της μηχανής και να τον αλέσουν τα γρανάζια. Φτάνει να δουλεύει. Να δουλεύει, με τη λαχτάρα του παιδιού που βυζαίνει.
Μονομιάς κάτι άστραψε μπροστά του. Γύρισε συνέχεια όλους τους μοχλούς και τα κλειδιά, όπως όταν γίνεται δυστύχημα  κι’ η μηχανή καθηλώθηκε ακίνητη στη στιγμιαία της κίνηση, κοκκαλωμένη απότομα. Τα δουλεμένα ατσάλια συγκρούστηκαν ζεστά κι’ ακίνητα. Στάσις.
– Δε μπορώ, τούπε στεγνά.
Πήρε μια άκρη στουπί απ’ το κουτί και την τράβηξε να σκουπίσει τα χέρια του, χωρίς να γυρίσει να δει πια τη μηχανή. Πήγε να βγει, μα ο κύριος, πούναι τώρα μια φούσκα αίμα, έκλεισε τα κάγκελα να τον κρατήσει στο κλουβί. Η μηχανή είναι κι’ όλας πεθαμένη. Ο Αργύρης έσπρωξε με δύναμη, τον έκανε πέρα και βγήκε.
– Σου είπα πως δεν μπορώ.
– Μόνο για σήμερα.
– Δεν μπορώ.
– Για κάτι τέτοιες μέρες έδωσα τόσα λεφτά και την έφερα, για να κάνω τη δουλειά μου.
– Μα γι’ αυτό δεν μπορώ.
Αυτός σα να τσάκισε, τον έπιασε απ’ το μπράτσο και τούπε:
– Κάνε μου τη χάρη. Βάλε την να δουλεύει και φύγε. Ν’ ακούσουνε μόνο πως δεν σταμάτησε, να δουλεύει μόνη της, χωρίς να κάνει τίποτα, μόνο φασαρία…αυτό μόνο θέλω. Πόσο θες γι’ αυτό το λίγο;
– Ούτε αυτό. Δε μπορώ να κάνω τίποτα.
Ο Αργύρης πέρασε ήσυχα τη μεγάλη άδεια αίθουσα με τις πολλές μηχανές και βγήκε στο διάδρομο. Από πού να πάει τώρα; Όπως ανέβηκε το πρωί βιαστικός δεν έβαζε σημάδια για να βρει πάλι την πόρτα. Από πίσω σου έρχεται ο διευθυντής με γρήγορα βήματα.
– Βάλε μπρος και φύγε…Πόσα θέλεις γι’ αυτή τη δουλειά;
– Δεν κάνω τέτοιες δουλειές εγώ, του είπε ο Αργύρης χωρίς να γυρίσει.
Και φώναξε από πίσω του:
– Για δες ένας άνθρωπος που δεν ξέρει το συμφέρο του…
Κι’ ύστερα;
– Ίδιοι είσαστε όλοι, να μη ξαναπατήσεις. Σε απολύω, φύγε.
Ο Αργύρης σήκωσε τους ώμους του.
Ο διάδρομος είναι μακρύς κι’ έρημος. Σα να σμίξανε οι άφωνοι τοίχοι και μαζί τους ζουλήχτηκε κι΄ο αέρας. Βιάζεσαι να κατέβεις στην αυλή να πάρεις ανάσα γιατί θα σκάσεις. Από πού είναι η σκάλα; «Θέλω να βρω λίγο αέρα». Σούρθε να χωθείς σε μια σκοτεινή γωνιά, να βάλεις το κεφάλι σου στην κόχη και να κλαις. Στα μηλίγγια σου χτυπάνε σφυριά και θέλεις νερό, αέρα και κάθισμα. Προχώρησες μα ο διάδρομος τελειώνει. Σκουντούφλησες σε κλειστή πόρτα και γύρισες. Δοκιμάζεις τις πόρτες να δεις. Όχι δεν είτανε από δω. Πήγες πάλι στην αρχή. Χάμω ξεχώρισες αραδιαστούς λεκέδες. Τους ακολούθησες, και σε βγάλανε στο τσιμέντο της σκάλας. Από δω πρέπει να είναι η έξοδος. Ερημιά. Κι’ όπως κατεβαίνεις σκαλί σκαλί προς τα κάτω, με το στουπί στο χέρι είναι σα να σιμώνεις κάτι ζεστό κι’ άγνωστο, κάτι που θα σου δώσει αναπνοή. Ύψωσες το κεφάλι και συνέχισες περήφανα το κατέβασμα σ’ αυτή τη μοναξιά. Δε φοβάσαι πια. Στο βάθος της σκάλας ακούγεται φασαρία από κουβέντες. Κι’ είδες το τέλος της. Κανείς. Και στο τελευταίο σκαλί. Έξω λιακάδα και ζάρωσες αμέσως τα μάτια. Η πόρτα, η είσοδος. Κι εδώ όλοι μαζί σμιχτά – σμιχτά. Πήρες βαθιά αναπνοή και ξαφνιάστηκες όταν είδες τόσα μάτια να σε κοιτάνε σα να περιμένανε. Δε μπόρεσες να ξεχωρίσεις τίποτα.
Κάποιος άνθρωπος ξεχώρησε απ’ την αυλή κι’ έπεσε απάνω σου με ζεστά φιλιά.
– Αργύρη μου!
Η Γεωργία!
Η Γεωργία ολόκληρη με τα χέρια της στο λαιμό του τον φιλάει ακόμα. Κι’ όλος ο κόσμος την κοιτάει παράξενα. Κι’ όλο το εργοστάσιο πίσω βαρύ υψώνεται κατακόρυφο δουλεμένο και θολό. Τα τόσα μάτια τον περνάνε καφτερά. Κι’ έχει μια απλόχωρη στρώση ήλιο το απέναντι σπίτι, ήλιο που τον θάμπωσε. Σαν κάτι να ξεφτερούγισε μέσα του. Κι’ έκλεισε τα μάτια ακουμπώντας πάνω στο μούτρο της Γεωργίας.
– Άργησες να σταματήσεις κι’ ανησύχησα.
Η Γεωργία τον κοιτάζει στα μάτια. Δυό μεγάλα κατάμαυρα μάτια όλο λαχτάρα. Οι άλλοι μιλάνε δυνατά σα να λύθηκε η αγωνία τους. Ευχαριστημένοι. Ο Αργύρης δεν μπορούσε να κουνηθεί από κει πούναι στηλωμένος. Τον πήρε με το χέρι της περασμένο στη μέση του να περάσουνε μέσα απ’ τους άλλους. Στο κούτελό του έχει χοντρούς κόμπους ιδρώτα. Βρεθήκανε στο τέλος, πίσω από πολλές πλάτες κι ύστερα στο δρόμο. Εδώ ο Αργύρης ακούμπησε στον τοίχο κι’ έπιασε το κεφάλι του να μη σπάσει. Η Γεωργία τού άρπαξε το κεφάλι και τον ξαναφίλησε, εδώ στο δρόμο, ενώ τους κοιτάζανε ακόμα. Το εργοστάσιο ακίνητο, στέρεο στη σιωπή του. Του χάιδεψε τα μαλλιά απ’ τον ιδρώτα και τις μουτζούρες. Η φόρμα του είναι ακόμα ατσαλάκωτη.
– Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς Γεωργία…Σα να μου κοπήκανε τα χέρια, της είπε σα νάθελε να δικαιολογηθεί.
– Τόξερα πως θα κάνεις έτσι. Σε περίμενα να κατέβεις…
Τον πήρε πάλι απ’ το χέρι και τον έφερε στο καφενεδάκι. Ζήτησε αμέσως νερό απ’ το παιδί. Μήπως θέλεις γλυκό, ούζο;
– Νερό.
Κι’ όπως ο Αργύρης έπεσε στην καρέκλα αποκαμωμένος, η Γεωργία τού σκούπιζε τα μούτρα απ’ τα λάδια, με προσοχή, μη τον ταράξει γιατί τα μάτια του Αργύρη είναι ακίνητα κι’ ο νους του  θάναι ακόμα ανακατεμμένος.
– Μη βγάζεις όλες τις μουτζούρες απ’ τα μούτρα μου, ποιος ξέρει πότε θα ξαναδουλέψω…
– Θα δουλέψεις Αργύρη, θα δουλέψεις…
Μπροστά στην πόρτα της φάμπρικας είναι μαζεμένοι όλοι και κουβεντιάζουνε με πολλές φωνές. Συζητάνε δυνατά και σε λίγο φύγανε όλοι μαζί. Περάσανε μπροστά απ’ τον Αργύρη με χιλιάδες βήματα και θυμωμένα λόγια. Κι’ αυτός δεν ξέρει κανέναν απ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους που μιλάνε για τα ζητήματα της δουλειάς τους. Σα να θυμήθηκε ξαφνικά πού βρίσκεται και τη ρώτησε παραξενεμένος.
– Και πώς βρέθηκες εσύ εδώ Γεωργία; Ήθελα νάσουνα απάνω, να μου πεις τι να κάνω…
– Τι άλλο να κάνεις απ’ αυτό;
– Μου είπε να μη ξαναπατήσω πια…Δεν είσαι θυμωμένη μαζί μου;
Και τον ξαναφίλησε. «Σου το χρωστάω απ’ το πρωί».
Ο δρόμος κι’ η αυλή του εργοστασίου άδειασε. Ο Αργύρης κάθεται ακόμη στο τραπεζάκι κι’ ο μάγερας μουρμουρίζει πούχασε σήμερα τη δουλειά. Άδικα πάστρευε τα ραδίκια και ζύμωσε τους κεφτέδες με μπόλικη ρίγανη. Θα βρωμήσουν τα κομμμένα κρεμύδια. Και ποιος ξέρει πόσες μέρες θα κρατήσει…
Ο Αργύρης τής έδειξε με το δάχτυλο.
– Σ’ αυτό το παράθυρο, το τρίτο απ’ τη γωνία. Εκεί είναι…
Η μεγάλη πόρτα έμεινε ορθάνοιχτη, έφυγε κι’ ο πορτιέρης απ’ το γυάλινο καμαράκι του. Το βαρέλι με το χυμένο κατράμι, το σιδεροπρίονο στη μέση της κοψιάς στη σωλήνα. Κι’ ο Αργύρης κοιτάζει παραξενεμένος επειδή δεν μπορεί να καταλάβει γιατί δε θύμωσε ακόμα η Γεωργία.
– Γιατί γελάς Γεωργία; Σου είπα πως δεν μπορούσα να συνεχίσω, σα να μου κοπήκανε τα χέρια…
Είδε πως φύγανε όλοι μαζί. Ο Αργύρης βρίσκει πως θάφευγε κι’ αυτός πολύ ευχαριστημενος αν είτανε στο μπουλούκι του κόσμου. Αυτοί θα ξαναγυρίσουν στις δουλειές τους.
– Ενώ εμείς…Τι θα κάνουμε τώρα Γεωργία;
Ο Αργύρης έκανε να σηκωθεί κι’ η Γεωργία τον έπιασε απ’ το μπράτσο σα νάθελε να τον βοηθήσει. Ύστερα ακούμπησε ολόκληρη σφιχτά πάνω του και τον κράτησε πολύ κοντά της. Θέλει νάναι μαζί, να πάρουνε αντάμα, τώρα που ο Αργύρης περπατάει γερά και σίγουρα, το δρόμο πούχουνε ακόμα ως το σπίτι.
Αντρέας Φραγκιάς, Άνθρωποι και Σπίτια, εκδ. Κέδρος(8η), Αθήνα 1986
***

Ανδρέας Φραγκιάς (1921-2002)
Ο Α. Φραγκιάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1921 κι έφυγε από τη ζωή στις 6 του Γενάρη 2002. Το 1939 εισήχθη στην Ανωτάτη Εμπορική. Για την ΕΑΜική του δράση και τις ιδέες του εξορίστηκε στην Ικαρία (Μάρτης – Οκτώβρης 1947) και τη Μακρόνησο (1950-’52).
Η δημοσιογραφική του σταδιοδρομία άρχισε το 1945, από την εφημερίδα όργανο του ΕΑΜ «Ελεύθερη Ελλάδα». Μέχρι την αποχώρησή του από την ενεργό δημοσιογραφία, εργάστηκε στις εφημερίδες «Εμπρός», «Αυγή», «Αλλαγή», «Ανεξάρτητος Τύπος», «Ωρα», «Ελεύθερος Τύπος» (του Χρ. Καβαφάκη), «Καθημερινή», «Μεσημβρινή», «Χρήμα», κ.ά. Παράλληλα με την απασχόλησή του στον ημερήσιο Τύπο, συνεργάστηκε σε διάφορα περιοδικά ποικίλης ύλης (λ.χ «Εικόνες»), σε άλλα έντυπα.
Ο Ανδρέας Φραγκιάς τιμήθηκε το 2000 για το σύνολο του συγγραφικού έργου του με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Την επόμενη χρονιά (22/1/2001), το Μορφωτικό Ιδρυμα της ΕΣΗΕΑ με εκδήλωσή του τίμησε τη συνολική προσφορά του στη λογοτεχνία και στη δημοσιογραφία, ενώ το ΥΠΠΟ τον συμπεριλάμβανε μεταξύ των 55 τιμώμενων συγγραφέων στη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου Φρανκφούρτης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι είχε αρνηθεί το βραβείο του Ιδρύματος «Φορντ», ενώ είχε αποχωρήσει από την «Καθημερινή» την περίοδο Κοσκωτά.
Στη λογοτεχνία ο Α. Φραγκιάς εμφανίστηκε το 1955, με το μυθιστόρημα «Ανθρωποι και σπίτια». Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα: «Καγκελόπορτα» (1962), «Λοιμός» (1967 πρώτη έκδοση, δεύτερη το 1972) και το δίτομο «Το πλήθος» (1985 α’ τόμος) και το 1986 ο β’ τόμος απέσπασε το Α’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος). Τα βιβλία του μεταφράστηκαν στις ρωσική, γερμανική, αγγλική, γαλλική και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. (Βιογραφικό από το Ριζοσπάστη)



ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΜΕ ΣΦΡΑΓΙΣΕ
Στο έργο του Φραγκιά καθρεφτίζεται ο παραλογισμός της τελευταίας 30ετίας

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΞΥΛΟΥΡΗ  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΤΑ ΝΕΑ 08/08/2012 

Στο σχεδόν ξεσχισμένο αντίτυπό μου του πρώτου τόμου του «Πλήθους» έχω γράψει το όνομά μου και την ημερομηνία που το αγόρασα: Ιούλης '04 (πόσο αμήχανα χρονολογείς μέσα στη δεκαετία των μηδενικών). Στο καταταλαιπωρημένο, επίσης, αντίτυπο του δεύτερου τόμου: Αύγουστος 2005 (εκεί πια έχω σταματήσει την προσπάθεια να εξορίσω τη δεκαετία σε δύο ψηφία μόνο). Αργότερα θα μάθαινα για την ύπαρξη ενός τρίτου τόμου που ο Φραγκιάς έκοψε, φοβούμενος ότι το μέγεθος του βιβλίου θα τρόμαζε τους αναγνώστες• ο ίδιος λόγος που το έργο κυκλοφόρησε σε δύο τόμους.
Το «Πλήθος» γράφτηκε πολλά χρόνια νωρίτερα - 1985 κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος, 1986 ο δεύτερος. Ηδη όταν τους αγόρασα τα συνομήλικά τους παιδιά είχαν ενηλικιωθεί - εγώ η ίδια δεν ήμουν και πολύ μεγαλύτερή τους -, η δεκαετία στην οποία γράφτηκαν είναι για μένα ένα μπερδεμένο μοντάζ θολών παιδικών αναμνήσεων. Όσο για τον κόσμο εντός του οποίου βρέθηκα να διαβάζω το «Πλήθος», επιφανειακά έμοιαζε πολύ διαφορετικός από τον κόσμο του βιβλίου. Η ΕΟΚ είχε γίνει ΕΕ, η Ελλάδα ήταν μέλος της ευρωζώνης, οι συναλλαγές πλέον γίνονταν σε ευρώ. Η Κατοχή, η Απελευθέρωση, ο Εμφύλιος, η Δικτατορία έμοιαζαν να έχουν εκπέσει σε υλικό αποκλειστικά της πεζογραφίας (υλικό, πια, για αναμάσημα) και όχι της πραγματικότητας.
Οσο για εκείνην την τριακονταετία της χώρας μας, που σύμφωνα με το οπισθόφυλλο συνοψίζει ο Αντρέας Φραγκιάς σε αυτούς τους δύο τόμους, εκ πρώτης όψεως ήταν απίστευτα μακρινή: σχεδόν η τριακονταετία μιας άλλης χώρας• ήταν πολύ δύσκολο να συνδέσεις την ανώνυμη πόλη του βιβλίου με την πόλη στην οποία ζούσες, μια πόλη που είχε φορέσει την καλή της μάσκα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το απειλητικό σαν χρησμός καταληκτικό και όχι μόνον του οπισθόφυλλου («... συνοψίζουν τον παραλογισμό της τελευταίας τριακονταετίας στη χώρα μας. Και όχι μόνον») έμοιαζε καταδικασμένο να πέσει στο κενό στην ισχυρή Ελλάδα του 2004. Αργότερα, στο πρώτο ξέσπασμα της κρίσης, κάποιος θα έβγαινε να αλλάξει το ισχυρή σε θωρακισμένη: οικονομία• με αυτά δεν γελούσε κανείς• αλλά το όχι μόνον - εκείνο το όχι μόνον ήξερε και δεν είχε πει την τελευταία του λέξη.
Κι αυτό ήταν ήδη εμφανές εκείνη την εποχή - αλλά έπρεπε να κοιτάξεις και να ξανακοιτάξεις γύρω σου να το εντοπίσεις - όπως συμβαίνει όμως με κάποιες οπτικές πλάνες και μαγικές εικόνες, άπαξ και το εντόπιζες το έβλεπες, στο εξής, για πάντα. Το «μαγικό» 2004 με το πλήθος όχι τρομοκρατημένο όπως στο βιβλίο του Φραγκιά, αντιθέτως εκστασιασμένο και με τις σημαίες στο χέρι σε πανηγύρια μέχρι πρωίας (οι κυνηγοί στο λούνα παρκ και οι κυνηγημένοι• Πλατεία Κύπρου, 2004, ξημερώματα: διάφοροι ελληναράδες υποχρεώνουν πακιστανούς μετανάστες να γονατίσουν μπροστά στην ελληνική σημαία και να την προσκυνήσουν). Ο Φραγκιάς δεν έδωσε όνομα στην πόλη του και δεν έδωσε όνομα στη χώρα: θα μπορούσες πολύ εύκολα να μιλήσεις για μια άλλη χώρα που υποτίθεται είχαμε αφήσει οριστικά πίσω μας. Πόσο πίσω μας; Καθόλου πίσω μας. Γύρω μας και μέσα μας: το αθηναϊκό προολυμπιακό εργοτάξιο ήταν ήδη εκεί. Τα σπίτια ακόμα αρρώσταιναν. Στις κάμερες που σε παρακολουθούσαν σχεδόν μπορούσες να διακρίνεις τα δυνατά φώτα των προβολέων που κυνηγούν τους ανθρώπους του «Πλήθους». Μια από τις πιο ισχυρές εικόνες του βιβλίου, το τρένο που οι μισοί βρίσκουν παιχνίδι κι οι άλλοι μισοί νομίζουν ότι θα τους οδηγήσει σε μιαν επιτέλους άλλη ζωή, στο πιο σπουδαίο τους ταξίδι• το τρένο που κάποτε ξεμένει από καύσιμα και για να προχωρήσει αντί για κάρβουνο καίει τα προσωπικά αντικείμενα των επιβατών, αρχικά, και τα ίδια του τα βαγόνια στη συνέχεια - αυτό το τρένο εξακολουθεί, για μένα, να είναι μια από τις πιο σημαντικές απεικονίσεις της ελληνικής εμπειρίας.
Σήμερα, ίσως ακόμα περισσότερο από τότε, η πραγματικότητα έχει αρχίσει να κινείται με τον τρόπο ενός δυστοπικού μυθιστορήματος• μοιάζει να προσπαθεί να έρθει στα μέτρα του «Πλήθους», αντί το «Πλήθος» να προσπαθεί να τη φέρει στα μυθιστορηματικά μέτρα.
Στο τέλος της πρώτης, άκαρπης, φετινής εκλογικής διαδικασίας έψαξα παρηγοριά και φακό μεγεθυντικό ταυτόχρονα για να καταλάβω τι συμβαίνει γύρω μου και να βάλω σε τάξη τον θόρυβο (τηλεοπτική υστερία, ανορθόγραφες θεωρίες συνωμοσίας στο Ιντερνετ, φόβος και παράνοια). Εργαλεία: η «Χαμένη Ανοιξη» κι οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Τσίρκα, το «Πλήθος» του Φραγκιά. Εργαλεία για να πειστώ ότι σε αυτές τις συνθήκες πρέπει και αξίζει να συνεχίζει κανείς να γράφει λογοτεχνία, και φυσικά να τη διαβάζει, παρά τις αμφιβολίες του για το αν η λογοτεχνία αλλάζει τον κόσμο, ίσως κι εξαιτίας τους. Εργαλεία για να πειστώ ότι αυτό που μοιάζει βαθιά παράλογο κι ακατανόητο, στην πραγματικότητα έχει λογική και μπορεί να αναλυθεί.
Δεν ξέρω πόση δύναμη χρειάστηκε ο Φραγκιάς για να γράψει αυτό το μεγαλειώδες βιβλίο που όντως, δεν συνοψίζει μόνο εκείνη την τριακονταετία αλλά και την επόμενη (αυτή που ζούμε εμείς). Αλλά του είμαι ευγνώμων που τη βρήκε, κι ευγνώμων που έγραψε το βιβλίο ακριβώς όπως το έγραψε.






Κειμενογράφος με μεταπτυχιακές σπουδές στην ψυχολογία, η Μαρία Ξυλούρη ξεχώρισε στο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών του ΕΚΕΒΙ (2011) και έχει γράψει τα μυθιστορήματα «Rewind» και «Πώς τελειώνει ο κόσμος»

Λοιμός: Ανδρέας Φραγκιάς

https://artic.gr/loimos-antreas-fragkias/

από  - 
Αντρέας Φραγκιάς
Αντρέας Φραγκιάς
Γεννημένος στην Αθήνα το 1921, ο Ανδρέας Φραγκιάς σπούδασε οικονομικά και έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου εξορίστηκε δύο φορές, στην Ικαρία και τη Μακρόνησο, όπου υπηρέτησε τη θητεία του ως κρατούμενος. Για την υπόλοιπη ζωή του εργάστηκε ως δημοσιογράφος μέχρι τον θάνατό του, το 2002. Παρά την ισχνή πεζογραφική του παραγωγή, συγκαταλέγεται στους επιφανέστερους μεταπολεμικούς συγγραφείς με μεγαλόπνοες συνθέσεις, στις οποίες κυρίαρχο πρόσωπο είναι το πλήθος, και όχι εξατομικευμένοι χαρακτήρες ως αυθύπαρκτες οντότητες. Οι ήρωες των πρώτων του έργων τείνουν να χάσουν την ατομικότητά τους μέσα σε ένα κοινωνικό-πολιτικό σύστημα κυριαρχούμενο από αλλοτριωτικούς μηχανισμούς παραγωγής, ενώ στα τελευταία του, η αποπροσωποποίηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο παράλογο σύστημα ελέγχου και εξουσίας.
Σύντομη αναφορά στην εργογραφία του
Θα παρουσιαστούν συνοπτικά τα τέσσερα μυθιστορήματά του, ενώ εκτενέστερα θα αναλυθεί ο Λοιμός, καθώς κατά την άποψή μου αποτελεί ένα από τα λιγοστά  μεταμοντέρνα μυθιστορήματα της νεοελληνικής πεζογραφίας, θεματοποιώντας αλληγορικά το εξαιρετικά επίκαιρο ζήτημα της «στρατοπεδοποίησης» του ανθρώπινου βίου· ή όπως θα το έθετε ο Agamben παρουσιάζοντας το στρατόπεδο συγκέντρωσης ως το σύγχρονο «βιοπολιτικό παράδειγμα της Δύσης»[1]. Η συγγραφική του διαδρομή μπορεί να αποδοθεί σχηματικά ως μια πορεία από τον ρεαλισμό προς τον συμβολισμό, το φανταστικό και την αλληγορία, δίχως αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν στοιχεία μεταφορικά στο πρώιμο έργο του και ρεαλιστικά στο όψιμο. Ας σημειωθεί πως η αλληγορία υπήρξε γι’ αυτόν ο βαθύτερος τρόπος για να συλλαβίσει την πραγματικότητα και όχι μια μέθοδος για να απομακρυνθεί από αυτήν ή για να επικαλύψει τη δεινότητά της. Ακόμη, «Η έλλειψη ενότητας, αιτιότητας και χρονικής ακολουθίας [που εντοπίζεται στα έργα του] δίνει ανάγλυφα την αίσθηση του κατακερματισμού της ζωής και της αδυναμίας των προσώπων να οδηγηθούν σταθερά στην κατάκτηση των στόχων τους».[2]
Τα πρώτα δύο έργα του τοποθετούνται κατ’ αρχήν σε αστικό πλαίσιο και αναπτύσσουν την προβληματική της ανθρώπινης μοναξιάς μέσα στους ιλιγγιώδεις ρυθμούς της μεγαλούπολης, καθώς της οδυνηρής απώλειας του ηρωικού παρελθόντος. Στο Άνθρωποι και σπίτια (1955) αποτυπώνεται η ζωή των απλών ανθρώπων σε μία ανώνυμη αθηναϊκή συνοικία το 1945. Περιγράφεται η οικονομικά κατεστραμμένη μετακατοχική Ελλάδα και οι απογοητευμένοι από τη διάψευση των αγωνιστικών οραμάτων άνθρωποι να κατατρύχονται από το άγχος της επιβίωσης. Το μοτίβο της ανεργίας, της φτώχειας και των καμμένων σπιτιών –συνυποδήλωση της καταστροφής– στοιχειοθετούν μια επαχθή πραγματικότητα, που πλήττει ψυχολογικά και επικοινωνιακά τους χαρακτήρες. Η  καγκελόπορτα (1962) διαδραματίζεται ως επί το πλείστον στα δώματα-κατοικίες μιας μικρής αυλής στην Αθήνα του 1954. Καταγράφονται οι αστικές μεταβολές και η προσπάθεια της γενιάς της Αντίστασης να αφήσει πίσω της τόσο το ηρωικό όσο και το επώδυνο παρελθόν του Εμφυλίου και να επιβιώσει με κάθε μέσον μέσα στις αντίξοες οικονομικό-κοινωνικές συνθήκες.Τα δύο επόμενα μυθιστορήματα είναι υπαινικτικότερα, με σαφές προβάδισμα της αλληγορίας έναντι του ρεαλισμού. Το πρώτο τοποθετείται σε ένα φαινομενικά ανοιχτό τόπο, ένα νησί, το οποίο εν τέλει λειτουργεί ως φυλακή, και το δεύτερο σε έναν απροσδιόριστο χώρο που προσιδιάζει σε μεγαλούπολή. Θεματικός πυρήνας και των δύο είναι ο απόλυτα παράλογος μηχανισμός επιτήρησης και καταστολής της ανθρώπινης προσωπικότητας και αντίστασης, καθώς και η απώλεια της ταυτότητας σε έναν αποκεντρωμένο κόσμο. Ο Λοιμός (1972) αποτυπώνει τα φρικώδη βασανιστήρια που υφίστανται οι δεσμώτες από τους αλλοτριωμένους φύλακες σε ένα απομονωμένο νησί, το οποίο, για τους γνώστες των κοινωνικοπολιτικών συμφραζομένων ταυτίζεται με το στρατόπεδο στην Μακρόνησο. Ωστόσο, το βιωματικό υπόβαθρο δεν περιορίζει την αφήγηση· ο συγγραφέας δεν επιλέγει τη ρεαλιστική τεχνική – εξατομίκευση των προσώπων με επωνυμίες, βιογραφικά στοιχεία κτλ– για να μη στερήσει από το έργο τη καθολικότητα και την ολιστική απόδοση του παρανοϊκού και αποτρόπαιου προσώπου της στρατοπεδικής συνθήκης, που εξευτελίζει την ανθρώπινη προσωπικότητα. Το τελευταίο έργο του Α. Φραγκιά, Το πλήθος–δίτομο: 1ος 1985, 2ος 1986– γενικεύει και εφαρμόζει τη δυστοπία του Λοιμού στην αστική καθημερινότητα. Ο πρώτος τόμος περιγράφει την ασυνάρτητη, ασφυκτική καθημερινότητα του ανθρώπου στους χώρους εγκλεισμού της μεγαλούπολης και ο δεύτερος τα ακραία σκηνικά που εκτυλίσσονται μέσα στη σήραγγα, όπου παγιδεύεται ένα τρένο μέχρι τον τελικό απεγκλωβισμό του. Κεντρικό θέμα είναι η αποπροσωποποίηση των μαζών σε έναν διεσπασμένο, παράλογο  κόσμο μοναξιάς και εσωστρέφειας, ο καταιγισμός μιντιακών μηνυμάτων και η απουσία διαχωριστικών ορίων μεταξύ αλήθειας και τηλεοπτικής αναπαράστασης. Έχει συχνά επισημανθεί η καφκική ατμοσφαιρά στην απόδοση της άσκησης της αόρατης εξουσίας καθώς και οι οργουελικές αναφορές σε έναν ολοκληρωτικό κόσμο.
Λοιμός
Λοιμός


Ο Λοιμός: μια εφιαλτική δυστοπία[3]
Έτσι μετριέται η συνείδηση του ανθρώπου;
Με τον πόνο, να του σκίζουν τις σάρκες,
να του τσακίζουν τα κόκκαλα,
να του στύβουν το μυαλό;[4]
Το μυθιστόρημα Λοιμός, μας εισάγει σε έναν περιορισμένο χώρο, στον οποίο οι φυσικοί νόμοι έχουν διασαλευθεί πλήρως. Η φύση δεν είναι, όπως συνήθως, κατευναστική και γαλήνια αλλά άγρια και απειλητική –δυνατός αέρας, μανιασμένη θάλασσα, αφόρητη ζέστη. Η έννοια του χρόνου δεν υφίσταται, «ίσως σε τούτα τα μέρη να μη κυλάει ο χρόνος, να είναι πάντα αυτή η γκρίζα σκοτεινιά» (σ.123), αλλά τα χρονικά επίπεδα συμφύρονται και εκτείνονται στο διηνεκές, «όλα, εδώ και παντού, τώρα και πάντοτε, είναι κουβάλημα πέτρας και κυνηγητό της μύγας» (σ.86).
Στο απομονωμένο νησί λειτουργεί το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Πρόκειται για ένα αυστηρά δομημένοσύστημα σωφρονισμού με διοικητική και αστυνομική ιεράρχηση: διοικητές, ελεγκτές, επόπτες, ζητωκραυγαστές κ.α. Στόχος του είναι η «ηθική αναμόρφωση» διεφθαρμένων και κακοποιών στοιχείων. Αυτό επιτυγχάνεται κατ’ αρχάς μέσα από ένα άτεγκτο μηχανισμό αδιάκοπου έλεγχου των κινήσεων και της δράσης των κρατουμένων, οι οποίοι μάλιστα κατηγοριοποιούνται ανάλογα με τα παραπτώματά τους. Το «πανεποπτικό βλέμμα» (σ.65) της κρυμμένης μάσκας στον ψηλό εξώστη –μέρος που παρέχει πλήρες πεδίο ορατότητας— δίνει την αίσθηση της διαρκούς επιτήρησης, ασχέτως αν βρίσκεται κάποιος στο εσωτερικό ή όχι. Άλλωστε, τα όργανα της εξουσίας παρακολουθούν και γνωρίζουν τόσο τις συνειδητές πράξεις των δεσμωτών όσο και τις ασυνείδητες (όνειρα, σκέψεις), μολονότι οι τελευταίοι προσπαθούν να το αποφύγουν μένοντας άυπνοι και σιωπηλοί, «τα ξέρουμε όλα, μη προσπαθείς να κρυφτείς» (σ.160).
Βασικό χαρακτηριστικό του συστήματος είναι η ανελαστικότητά του και η υπέρβαση της δικαιοδοσίας των εκτελεστικών οργάνων, τα οποία «εκτελούν τις διαταγές εφαρμόζοντας και το δικό τους νόμο» (σ.37). Οι βάναυσες τιμωρίες είναι μεθοδευμένες, στοχεύουν στο αδύναμο σημείο του καθενός και επιβάλλονται σε περίπτωση διάπραξης κάποιας «αξιόποινης» πράξης ή και μη. Το σύστημα κολασμού και η συστηματική πλύση εγκεφάλου αποδεικνύονται αποτελεσματικότατα, όπως δείχνει η φράση του αφηγητή «στο τέλος θα τα’ αγαπάς τούτα τα μάταια κάστρα, τα τείχη, τη κοκκινωπή πέτρα που σκίζει τα χέρια σα γυαλί και πληγιάζει την πλάτη» (σ.107). Ελάχιστοι, μονάχα οι «εκπληκτικοί άνθρωποι» επιδεικνύουν υπεράνθρωπη αντοχή απέναντι στα απάνθρωπα μαρτύρια και εν τέλει επιβιώνουν, παρά τις αδιάκοπες επιχειρήσεις εξόντωσης, σύμφωνα και με την κατακλείδα του μυθιστορήματος «οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι έζησαν» (σ.252).  Ένα ακόμη μέσο κάμψης του ηθικού των κρατουμένων είναι οι νυχτερινές επισκέψεις, με στόχο τον βασανισμό ή τη θανάτωση, από «παράξενα πλάσματα», δηλαδή αποκτηνωμένους,  ζωόμορφους ανθρώπους. Η ύπαρξη αυτών, και συνάμα η παρομοίωση των δεσμωτών με ζωώδη, πρωτόγονα όντα υποδηλώνει ευρύτερα την από-ανθρωποποίηση και την παλινδρόμηση του ανθρώπινου σε μία πρωτόγονη κατάσταση ανάλογη της προϊστορικής εποχής –σημειωτέον, ο αρχικός τίτλος του έργου θα ήταν τα Ζώα. [5]
Παρατηρούμε πως η βία συλλειτουργεί με την ιδεολογική κατήχηση με στόχο να γλιτώσουν οι κρατούμενοι από τις «ζωικές και ηθικές μολύνσεις, για τον εξαγνισμό των ψυχών από τις συντριπτικές αμαρτίες» (σ.20). Παράλληλα, η  θρησκευτική ρητορική της θυσίας, της αμαρτίας και του στιγματισμού αποσκοπεί στον έλεγχο και την καταστολή. Η «θεοκρατία της βίας», όπως την αποκαλεί ο συγγραφέας, εδράζεται στον πλήρη παραλογισμό του τιμωρητικού συστήματος· η σοβαρότητα στις ανούσιες ομιλίες νουθεσίας , οι εκδηλώσεις εορτασμού ολοκλήρωσης αχρείαστων έργων, οι επίσημοι λόγοι που επενδύονται με τελετουργική μεγαλοπρέπεια. Όλα αυτά που, κατά τον αφηγητή, «πρέπει να τ’ ακούς σοβαρός και αξιοπρεπής όλο κατανόηση και βλακεία» (σ.235). Το παρανοϊκό πρόσωπο της εξουσίας αισθητοποιείται με την απαγόρευση της αυτοκτονίας, την ανάθεση ανούσιων και μάταιων καταναγκαστικών εργασιών, όπως το κυνήγι της μύγας επί ποινή και των ποντικών ή την κατασκευή άχρηστων τεχνικών έργων. Ειδικότερα, η υποχρεωτική καθημερινή συγκέντρωση ορισμένου αριθμού μυγών αποκαλύπτει τον επικρατούντα παραλογισμό σε όλο του το μεγαλείο. Αποτελεί το μέτρο και τον σκοπό της ζωής των κρατουμένων, σπέρνει ανάμεσά τους τον ανταγωνισμό και τη φιλονικία, τους οδηγεί ακόμη και στη φετιχοποίησή της μύγας! Αντίστοιχα λειτουργεί και η απόπειρα εξόντωσης των μολυσμένων ποντικιών μέσω της καθαριότητας-απολύμανσης, που έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, την αύξηση του αριθμού τους.
Θέματα Λογοτεχνίας - Αφιέρωμα στον Αντρέα Φραγκιά
Θέματα Λογοτεχνίας – Αφιέρωμα στον Αντρέα Φραγκιά
Με την αποτύπωση του σωφρονιστικού παράλογου ο συγγραφέας θεματοποιεί την απόλυτη ανθρώπινη εκμηδένιση και εξευτελισμό. Ο τρόμος, το άγχος και η άνευ όρων βία αποκόπτουν το άτομο από τη συνείδηση και την προσωπικότητά του οδηγώντας το είτε στην απόλυτη απάθεια είτε στην παραφροσύνη, «Όλα εδώ είναι επικίνδυνα […]. Παντού υπάρχουν παγίδες, πώς να τις διακρίνεις;» (σ.55). Χαρακτηριστική είναι η απώλεια της μνήμης τους και η ταύτιση της κατάστασης εξαίρεσης του στρατοπέδου με την  κανονικότητα, «μα έζησες ποτέ πουθενά αλλού, εκτός από δω;» (σ.85), αναρωτάται ο αφηγητής. Η απώλεια της ταυτότητας των δεσμωτών αποκαλύπτεται και μέσω της αδιάφορης στάσης πολλών απέναντι στην εξουθενωτική εργασία. Αναλαμβάνουν τη σισύφεια ανάβαση της πέτρας στο βουνό «άφωνοι, σα να λείπουν οι ίδιοι κι άφησαν στη θέση τους κάποιο μηχάνημα να εκτελεί το έργο» (σ.108). Ως επιστέγασμα, η επιδημική ασθένεια, ο Λοιμός, ξεσπά μέσα σε αυτή την ησυχία και νάρκη της αποπροσωποποίησης.
Όσον αφορά στους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες, αυτοί παραμένουν ανώνυμοι φέροντας ψευδώνυμα ενδεικτικά παροδικών χαρακτηριστικών τους, «ο περιδεής, ο διψασμένος, ο εκκρεμής,» κ.α. Οι ανθρώπινες σχέσεις στο στρατόπεδο –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– ναρκοθετούνται από την καχυποψία, την εσωστρέφεια, την περιφρόνηση και την αποστροφή για τον άλλον. Η μοναξιά ενισχύεται και από την εξουσία που τεχνηέντως καλλιεργεί κλίμα αντιπαλότητας μεταξύ των κρατουμένων και τους ανακατατάσσει διαρκώς, ώστε «να μη ξέρει κανείς ποιος είναι ο διπλανός του» (σ. 228), και να αδιαφορεί. Μάλιστα, η αποπροσωποποίηση ανάγεται εν τέλει σε αυτοσκοπό, διότι εγγυάται την ασφάλεια: «η μεγάλη πείρα σ’ αυτόν τον τόπο είναι να περνάς απαρατήρητος. Να μη σε ξέρει κανείς, να μη σε θυμούνται. Να είσαι ανώνυμος, άμορφος, χωρίς παρόν για τους άλλους».
Η συγγραφική του Φραγκιά εδράζεται στον λιτό, μικροπερίοδο και κοφτό λόγο, διακριτικά φορτισμένο, χωρίς λεπτομερειακές περιγραφές. Ο αφηγητής εντάσσεται στους κρατουμένους και επιλέγει το τρίτοαφηγηματικό πρόσωπο για να αποστασιοποιηθεί· αρκετά συχνά το δεύτερο πρόσωπο –είτε εκφέροντας γενικά σχόλια είτε απευθυνόμενος εις εαυτόν ή σε κάποιο άλλο πρόσωπο· το πρώτο πληθυντικό, σπανιότερα, εντασσόμενος στο σύνολο των δεσμωτών και το πρώτο ενικό μόνο μία, διότι συνεπάγεται την ανεπιθύμητη συναισθηματική εμπλοκή. Ακόμη, γίνεται διακριτική χρήση της ειρωνείας, για να στηλιτεύσει την παράνοια της εξουσίας και την ανθρώπινη υποβάθμιση. Έτσι, παραθέτει με επίσημο ύφος τις «επιστημονικές» προσεγγίσεις των δεσμωτών για την βέλτιστη τεχνική αιχμαλωσίας μυγών (αναλύει την τροχιά, το ύψος, την ταχύτητα πτήσης), ενώ συχνά υιοθετεί λέξεις και χαρακτηρισμούς της εξουσίας με τόνο σαρκαστικό, «όλα πρέπει να είναι ωραία […]να μη μένει με τη λαθεμένη εντύπωση ότι τάχα δεν αξίζει η ζωή» (σ.66). Ταυτόχρονα, αποδίδει τον λόγο των οργάνων της εξουσίας στην επίσημη και τυποποιημένη καθαρεύουσα, ενώ αυτά εκφράζουν ασυναρτησίες. Τέλος, χρησιμοποιεί λέξεις με διαφορετικό νόημα από αυτό που επιθυμεί να εκφράσει, υποδηλώνοντας, έτσι,  ότι στον κόσμο αυτόν ακόμη κι οι λέξεις μεταβάλλουν το νόημά τους.
Ακολουθώντας την σκέψη του Agamben, θα υποστηρίζαμε πως οι κρατούμενοι στον Λοιμό εμφανίζονται ως homines sacri  (ιεροί άνθρωποι), πρόσωπα δηλαδή εκτός του ανθρωπίνου δικαίου, άρα φονεύσιμα δίχως κυρώσεις. Το ίδιο το στρατόπεδο συγκέντρωσης απότελεί μια κατάσταση εξαίρεσης από την κανονική έννομη τάξη, συνεπώς η λήψη ακραίων μέτρων και η άσκηση βίας από τον κυρίαρχο νομιμοποιείται. Η επιλογή του συγγραφέα να  παρουσίασει αποσπασματικά διαφορετικούς χαρακτήρές ανά κεφάλαιο επιτυγχάνει την ολιστική απόδοση της στρατοπεδικής κατάστασης. Δίχως να απομακρύνεται από τα πραγματικά γεγονότα, το έργο αποδίδει ευρύτερα την αλλοίωση της ανθρώπινης συνείδησης και αξιοπρέπειας και την παράνοια της  στρατοπεδικής συνθήκης, χαρακτηριστικά που, σύμφωνα με δηλώσεις του συγγραφέα, εγγράφονται και στον «κανονικό κόσμο».
Αποτιμώντας το έργο του
Ο σύγχρονος αναγνώστης, είτε ενήμερος για το παρελθόν της Αντίστασης και του Εμφυλίου είτε όχι, μπορεί να αναγνώσει τον Ανδρέα Φραγκιά με πλεονάζουσα ευχαρίστηση και ενδιαφέρον, αφού ο προβληματισμός του υπερβαίνει την ιστορικότητα. Στην πρώτη περίπτωση θα μεταφράσει το έργο του ως ένα ιστορικό σχόλιο-μαρτυρία, ενώ στη δεύτερη θα το αντιληφθεί ως μια απεικόνιση του αυταρχικού μηχανισμού της σύγχρονης κοινωνίας. Ο λόγος του, παρ’ ότι ιδεολογικά σεσημασμένος, αποφεύγει με προσεκτικούς ελιγμούς τη στράτευση και αποκτά στοχαστικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο –εντονότερα με τις όψιμες κατακερματισμένες, αλληγορικές συνθέσεις του. Εξάλλου, το έργο του αποδεικνύεται ιδιαίτερα επίκαιρο σήμερα, που η αύξηση της –κάθε είδους– βίας και της καταστολής με αποτέλεσμα την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η αποπροσωποποίηση και απουσία επικοινωνίας πλήττουν θανάσιμα τον σύγχρονο πολιτισμό.
[1] Giorgio Agamben, Homo sacer – Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, Αθήνα: Scripta 2005, σ. 276.
[2] Έρη Σταυροπούλου, «Αντρέας Φραγκιάς, Τα όρια του ρεαλισμού στην Πεζογραφία του» στο Προτάσεις ανάγνωσης για την πεζογραφία μιας εποχής , Αθήνα : Σοκόλης 2001, σ. 36.
[3] Η δυστοπία –το αντίθετο της ου-τοπίας– ορίζεται ως ένας  φανταστικός κόσμος απόλυτης δυστυχίας. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε συχνά για να περιγράψει ένα αρνητικά θεωρούμενο κοινωνικό ή πολιτικό σύστημα· πχ. ο Θαυμαστός Καινούριος Κόσμος του Άλντους Χάξλεϊ ή το 1984 του Τζορτζ Όργουελ. Ωστόσο, στην περίπτωση του Φραγκιά, όπως παρατηρεί η Ε. Σταυροπούλου, έχουμε την υποστασιοποίηση –βάσει του βιωμένου παρελθόντος— μιας προσωπικής εμπειρίας του γράφοντος, με σαφείς μάλιστα νύξεις στην ιστορική κατάσταση της εποχής, και όχι με μία υποθετική κατάσταση που απειλεί την φυσιολογική ζωή του συγγραφέως και του ανθρώπινου γένους κατ’ επέκταση. Βλ. Ερη Σταυροπούλου, ό.π., σ. 153.
[4] Τα παραθέματα αντλούνται από την έκδοση Αντρέας Φραγκιάς, Λοιμός, Αθήνα: Κέδρος, 112002.
[5] Ε. Σταυροπούλου, ό.π., σ. 156.
* Χρησιμοποιήθηκαν ακόμη συνεντεύξεις του συγγραφέα στα περιοδικά Το Δέντρο και Ελί-τροχος όπως και το άρθρο του «Αυτή η δύστροπη πραγματικότητα» στο περ. Επίλογος.
* Ευχαριστώ τον φίλο και συνάδελφο Θεμιστοκλή Παγούδη για τη μεταπτυχιακή του εργασία, την οποία συμβουλεύτηκα για τη σύνταξη του άρθρου.


Η Βασιλική Καϊσίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1992. Είναι απόφοιτος του τμήματος Φιλολογίας (ΜΝΕΦ) του Πανεπιστημίου Αθηνών, και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις Νεοελληνικές Σπουδές από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ζει στο Birmingham, όπου εκπονεί ως υπότροφος του ιδρύματος Ωνάση τη διδακτορική της διατριβή με θέμα την επαναδιαπραγμάτευση της μνήμης του ελληνικού Εμφυλίου στη νεοελληνική πεζογραφία (1975-2015). Παράλληλα, αρθρογραφεί συστηματικά σε διάφορους διαδικτυακούς ιστότοπους. // How many cities have revealed themselves to me in the marches I undertook in the pursuit of books. ― W. Benjamin. Email επικοινωνίας: kaisidou.vas@gmail.com

ΜΙΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ : Γ. H. ΠΑΠΠΑΣ, Ανδρέας Φραγκιάς· Ιδεολογία και αφήγηση, Εκδόσεις Διαπολιτισμός, Πάτρα 2016



ΜΙΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ



Γ. H. ΠΑΠΠΑΣ, Ανδρέας Φραγκιάς· Ιδεολογία και αφήγηση, Εκδόσεις Διαπολιτισμός, Πάτρα 2016

ΑΥΓΗ 10 Ιουλίου 2016

http://www.avgi.gr/article/10812/7099822/andreas-phrankias#


Αποτέλεσμα εικόνας για αντρεας φραγκιας γιανης παππας



Ο Ανδρέας Φραγκιάς υπήρξε δημοσιογράφος, λογοτέχνης και πολίτης. Πολίτης με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου· άνθρωπος που δε λειτούργησε με εφησυχασμό αλλά υπερασπίστηκε τα «πιστεύω» του, τολμούσε να έχει λόγο για τα τεκταινόμενα στη χώρα του και, ως είθισται, το πλήρωσε ακριβά με εξορίες και φυλακίσεις. Είναι ιδιαίτερα αγαπημένος συγγραφέας για τον Γιάννη Η. Παππά. Και το βιβλίο Ανδρέας Φραγκιάς· Ιδεολογία και αφήγηση αποτελεί μια ενδελεχή έρευνα και μια εμπεριστατωμένη μελέτη χρόνων.

Στα 81 χρόνια ζωής1 έγραψε μόλις τέσσερα βιβλία2. Όπως έχει ήδη γράψει ο Παντελής Μπουκάλας “το λίγο είναι σπουδαίο. Μπορεί ν’ αξίζει πολύ περισσότερο από το ογκώδες, το μαζικό, το διάσημο, το κραυγαλέο και το αυτοδιαφημιζόμενο”3. Αυτή είναι η περίπτωση του Αντρέα Φραγκιά. Ενός ανθρώπου που έζησε ήσυχα και σεμνά και είχε μια λυτρωτικά γόνιμη σχέση με τη γραφή.

Αρκούν τέσσερα πεζογραφήματα για να συνθέσουν τον σύγχρονο του κόσμο, να αποκρυπτογραφήσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, να ερμηνεύσουν τον ρου της καθημερινότητας αυτών που αποφασίζουν αλλά και εκείνων που υφίστανται το τίμημα των αποφάσεων. Ο δημιουργός είναι γνώστης της δυναμικής της γλώσσας, ικανός να διαχειριστεί τη μυθοπλασία εμπνεόμενος και παραδειγματιζόμενος από την πραγματικότητα και τις αληθινές της εκφάνσεις. Γι’ αυτό και είναι «τίμιος απέναντι στην τέχνη του»4 και σεμνός όσο και καθηλωτικός απέναντι στους αναγνώστες του.

Είναι γνωστή η συστηματική προσπάθεια ευνοιοκρατίας στην πνευματική ζωή από κριτικούς, επιστήμονες του είδους, πανεπιστημιακές σχολές, ανθρώπους του τύπου. Το σύστημα προβολής, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο Ερατοσθένης Καψωμένος στα προλεγόμενα του βιβλίου, δε στήριξε τον Αντρέα Φραγκιά. Ο τελευταίος δεν ήταν «του συστήματος». Δεν προβλήθηκε, δεν υποστηρίχτηκε, δεν προωθήθηκε, ούτε και το επεδίωξε ο ίδιος. Κι όμως ήταν ένας δημιουργός με συγκλονιστική γραφή, μεγάλος μαέστρος μυθοπλασίας, δριμύς κριτής πολιτικών καταστάσεων, ερμηνευτής κοινωνικών εξελίξεων, Ιχνηλάτης της ανθρώπινης ψυχής. Μπορούσε με τη φλεγόμενη πένα του να κατευνάσει τις θυμωμένες ψυχές, να αφυπνίσει τους φιλήσυχους πολίτες, να εκφράσει τα ανήσυχα πνεύματα. Κι αυτά, γιατί φρόντιζε να μην ξεχνά και να μην ξεχνιέται η ιστορία. Μέσω του λόγου και της γραφής του του διατήρησε την ιστορική μνήμη.


Μέσα από το έργο του Ανδρέα Φραγκιά βιώνεις τα ιστορικά δρώμενα, τα οποία σου εντυπώνονται και καλείσαι να τα αξιολογήσεις και να πάρεις θέση. Και αν όντως η ιστορία επαναλαμβάνεται, έχουμε έναν εξαιρετικό οδηγό επιβίωσης. Οι ήρωες του ήρθαν αντιμέτωποι με μια ολοκληρωτική ανατροπή ανθρωπιστικών αρχών και αξιών που χάραξαν τη μέχρι τότε πορεία της Ελλάδας. Χρειάστηκε να επιβιώσουν σε μία αναδιαμορφωμένη κατάσταση, όπου ο ανταγωνισμός, ο ατομισμός, η προσβλητική και μηδενιστική συμπεριφορά των δυνατών, το στρεβλό καπιταλιστικό σύστημα έγιναν κατεστημένο και όρισαν το καινούργιο πλαίσιο των κοινωνικών πολιτικών δομών. Έπρεπε, λοιπόν, να παλέψουν με μια καθ’ ολοκληρίαν αρνητική αναδιαμόρφωση του κόσμου τους. Να διεκδικήσουν την ζωή τους, να επουλώσουν ψυχικά τραύματα από τα βιώματα της κατοχής και του εμφυλίου, να διατηρήσουν την ψυχική τους ισορροπία, να διασώσουν την προσωπική τους αξιοπρέπεια απέναντι στη συστηματική και διαρκή αδικία και καταπίεση. Και σήμερα σε μια μεταμοντέρνα αναδιάταξη της ζωής και της ιστορίας, όπου όλα επιτρέπονται σε όλους, σε έναν κατακερματισμό και μηδενισμό της ανθρώπινης δραστηριότητας και κυρίως της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καλούμαστε ως μεταγενέστεροι, εν δυνάμει, ήρωες του Φραγκιά να επιβιώσουμε, να αντιταχθούμε στο πολιτικό κατεστημένο, να διαμορφώσουμε εκ νέου αρχές όπως αυτές της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού. Γι αυτό και το έργο του Φραγκιά είναι περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά επίκαιρο. Οφείλουμε να ανασυνταχτούμε και να στοχαστούμε.

Τον ίδιο τον χαρακτηρίζει έντονος ανθρωπολογικός και φιλοσοφικός στοχασμός. Με δεξιότητα απαράμιλλη, μολονότι χρησιμοποιεί συχνά το φανταστικό, το παράλογο και την αλληγορία, δεν απορροφιέται από μια ουτοπιστική προβολή του κόσμου αλλά κατορθώνει να αποθανατίσει την πραγματικότητα ως έχει. Καταγγέλλει τη στηλίτευση της ζωής των πολλών από τους λίγους, κινηματογραφεί την τιτάνια προσπάθεια των «μικρών» και ασήμαντων πολιτών, εκείνων που στις σύγχρονες μεταμοντέρνες κοινωνίες είναι απλώς αριθμοί, να διεκδικήσουν την ύπαρξή τους· μιλά για το τίμημα των εχόντων πολιτική συνείδηση και φωνή, παρουσιάζει τις μαζικές κοινωνίες και το μηδενισμό που τις χαρακτηρίζει. Καταγράφει το πώς το εκάστοτε ιστορικό πλαίσιο και οι συγκυρίες που το ακολουθούν διαμορφώνει τους ανθρώπους. Δεν υποπίπτει, όμως, στον πατερναλιστικό διδακτισμό, αλλά υπηρετεί με την αυθεντικότητα της γραφής του τον πραγματικό κόσμο.

Το έργο του και από άποψη τεχνικής είναι σπουδαίο, γιατί «η λογοτεχνική μέθοδος με την οποία ανέδειξε τα κείμενά του εξακολουθεί να προηγείται σε πολλά της πεζογραφίας η οποία τον ακολούθησε, κυρίως δε εκείνης που καταπιάστηκε με θέματα ίδια με τα δικά του»5 και γιατί ο τρόπος που παρουσιάζει την ιστορία του κάθε που μυθιστορήματος είναι τέτοιος που τελικά την ορίζει «ως μυθιστορηματική, φτιαγμένη από όλα εκείνα τα υλικά που αναδεικνύουν την λογοτεχνία»6.

Το έργο του, όμως, έχει αξία διαχρονική και γιατί παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρο το πόσο διαβρωτική μπορεί να είναι η εξουσία και ο ίδιος, σκιαγραφώντας τη θέληση της ανθρώπινης ψυχής να αντέξει, καταγράφει τον αγώνα των πολλών να επιβιώσουν και να αρνηθούν τη μοίρα που άλλοι τους διαμορφώνουν. Παρουσιάζει, επίσης, και μια άλλη, διττή ερμηνεία για την τρέλα και για το πώς λειτουργεί σε δίσεκτους καιρούς. Την τρέλα που σε καταρρακώνει ή την τρέλα που σε απελευθερώνει λυτρώνοντας σε από την ανηθικότητα των άλλων «Γιατί κάθε τόπος πρέπει όχι μόνο να έχει, αλλά και να φτιάχνει τους δικούς του τρελούς».

Τολμώ, λοιπόν, να τον παραλληλίσω, με έναν άλλο μεγάλο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τον Κώστα Καρυωτάκη. Και εκείνος μόλις τρεις ποιητικές συλλογές7 εξέδωσε αλλά καταλυτικής σημασίας και αποτέλεσε σταθμό. Και ο Ανδρέας Φραγκιάς έχει μικρό σε όγκο συγγραφικό έργο αλλά ιδιαίτερα πολύτιμο που καθόρισε την από αυτόν και μετά νεοελληνική πεζογραφία .

Ειδικά όσον αφορά στον Γιάννη Παππά και αυτή του τη συγγραφική προσπάθεια, θα έλεγα πως δεν είναι τυχαίο που επέλεξε να ασχοληθεί με τον Ανδρέα Φραγκιά. Επιλογή που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και πολιτική πράξη. Όχι απλώς για την πολιτική ιδεολογία που ασπάστηκε και υπηρέτησε ο συγγραφέας Ανδρέας Φραγκιάς. Ο Γιάννης Παππάς σε πρόσφατη συγγραφική δουλειά του ασχολήθηκε με το έργο και τη ζωή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ξεχασμένου και όχι αρκούντως προβεβλημένου ποιητή στον καιρό του και πολύ μεταγενέστερα, θα έλεγα. Η επίσης χρόνια και ουσιαστική ενασχόλησή του με το έργο του Α. Φραγκιά δείχνει πως αποφασίζει να ασχοληθεί εμπεριστατωμένα και επιστημονικά με συγγραφείς που στην εποχή τους ήταν του περιθωρίου. Και αυτό είναι Πολιτική Πράξη και σημαντική συμβολή στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Ο Γιάννης Παππάς με αυτό του το βιβλίο εισάγει τον αναγνώστη / μελετητή στο σύνολο της τριλογίας «Άνθρωποι και σπίτια»- «Καγκελόπορτα»- «Λοιμός». Δίνει με απλό αλλά όχι απλοϊκό τρόπο - και αυτό είναι τέχνη και προτέρημα για ένα συγγραφέα - το σύνολο των υποθέσεων των τριών βιβλίων, τους ήρωες, το ιστορικό πλαίσιο αλλά και το ιδεολογικό υπόβαθρο που τα χαρακτηρίζει.

Με την προσέγγιση που κάνει στο Άνθρωποι και σπίτια, του βιβλίου με το οποίο για πρώτη φορά εισάγεται ο βιομηχανικός εργάτης στη λογοτεχνία κατά τον Μπάμπη Κλάρα, αποσαφηνίζει τη δραματική πορεία του ήρωα που ξεκινά από μια κατάσταση στέρησης και κοινωνικής απομόνωσης λόγω της έλλειψης εργασίας και καταλήγει στην πλήρωση και στην κοινωνική επανένταξη. Δηλώνει το τίμημα που πληρώνει για την εναρμόνιση με τον αξιακό του κώδικα. Μας βοηθά να βιώσουμε την επικοινωνία, τη σύμβαση, τη δοκιμασία. Κατανοούμε την πορεία των απλών ανθρώπων που συμμετείχαν στην Εθνική αντίσταση προς την ενσωμάτωση στο αστικό καπιταλιστικό σύστημα που οικοδομήθηκε αμέσως μετά την απελευθέρωση στην Ελλάδα. Παραθέτει όμως ξεχωριστά τη διακειμενικότητα του έργου, τούς φορείς αξιών, τον ατομισμό και τη συλλογικότητα αλλά και το ιδεολογικό και μυθολογικό σύμπαν του

Ο Γιάννης Παππάς αποδεικνύει επίσης τη θέση του Δημ. Ραυτόπουλου πως «με το μυθιστόρημα Η καγκελόπορτα η γενιά της αντίστασης παίρνει την ηγετική της θέση στην πεζογραφία μας». Υιοθετεί τη θέση του Καψωμένου πως πρόκειται για ένα από τα αντιπροσωπευτικά βιβλία αριστερής αγωνιστικής πεζογραφίας που περιγράφει την ανατομία της διάβρωσης και αλλοτρίωσης του ανθρώπου μέσα στη μεταπολεμική κοινωνία του άγριου ανταγωνισμού, της εκβιομηχάνισης και της κατανάλωσης. Υποστηρίζει και αποδεικνύει αυτή τη θέση προσεγγίζοντας ξεχωριστά τα δρώντα πρόσωπα κάνοντας τα ιδιαίτερα οικεία, αποσαφηνίζοντας τον τρόπο συμπεριφοράς τους. Δεν ξεχνά όμως και εδώ να επισημάνει το πριν και το μετά, το παρελθόν και το παρόν, και να παρουσιάσει τη διακειμενικότητα και το ιδεολογικό και κοινωνικό υπόβαθρο του έργου.

Κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο σημαντικότατο έργο του Αντρέα Φραγκιά που θεωρείται ο Λοιμός τόσο για την εκφραστική λιτότητα, την απλή γλώσσα όσο και για τη σύγκρουση ανάμεσα στην απρόσωπη εξουσία και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Προσεγγίζει, όμως, λεπτομερώς μέσα και τρόπους λογοτεχνικότητας, όπως η ειρωνεία, το γκροτέσκο, το χιούμορ αλλά και αποκρυπτογραφεί την λειτουργία της φύσης στο συγκεκριμένο έργο, το ιδεολογικό και μυθολογικό του σύμπαν αλλά και τις ιστορικοκοινωνικές συναρτήσεις που το επηρέασαν και το καθόρισαν. Προσπαθεί και αποδεικνύει το πως «ο λοιμός» με τα ιδιαίτερα λογοτεχνικά χαρακτηριστικά του και τα δυνατά σημεία του έρχεται σε άμεση επαφή με τα μεγάλα έργα της Ευρωπαϊκής αλλά και της παγκόσμιας μυθιστοριογραφίας.

Το συγκεκριμένο βιβλίο θα μπορούσε να θεωρηθεί και ένα σημαντικό Εγχειρίδιο εκπόνησης πρωτότυπου επιστημονικού έργου.

Χαρακτηριστικό δείγμα της επιστημονικής δομής και ανάλυσης που απαιτείται σε μία πρωτότυπη επιστημονική μελέτη. Υποδηλώνει το χρόνο και την άσκηση που χρειάζεται για να ολοκληρωθεί μια διατριβή και προσδιορίζει την προετοιμασία που απαιτείται και τη μεθοδικότητα της δουλειάς που θα οδηγήσει στην επιτυχή εκπόνηση της.

Πέραν της εκτενούς αναφοράς στα έργα της τριλογίας Γίνεται παρουσίαση του θεωρητικού πλαισίου και της μεθοδολογίας που ακολουθείται, γίνονται αναφορές στον Greimas, τον Zima, την Kristeva, τον Αλτουσέρ, τον Ντεστύ ντε Τρασύ, τον Bachtin, τον Καψωμένο.

Η βιογραφία που παρατίθεται χωρίς να είναι φειδωλή δίνει τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία κατανόησης της ζωής του συγγραφέα, χωρίς την παραμικρή οπτική κιτρινισμού.

Πολύ σημαντική παρουσίαση της κριτικής για το έργο του Ανδρέα φυσικά κι οι ξεκάθαρες αναφορές στον Μπάμπη Κλάρα, τον Βάσο Βαρίκα, τον Τάκη Καρβέλη του Δημήτρη Ραυτόπουλο, τον Αλέξανδρο Κοτζιά, την Έλλη Αλεξίου, τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, την Έρη Σταυροπούλου, τον Δημήτρη Τζιόβα αλλά και τον Vicenzo Rotolo.

Επίσης γίνεται πλήρης παρουσίαση της εργογραφίας του Ανδρέα Φραγκιά. Δεν αναφέρονται μόνο οι εκδόσεις που υπάρχουν για τη γνωστή τριλογία αλλά και αποσπάσματα από ανέκδοτο μυθιστόρημά του, από διαλέξεις του, από αδημοσίευτα ρεπορτάζ, από νεανικά διηγήματα του αλλά και ομιλίες του. Υπάρχει επίσης και στα ιστορικά αναγνώσματα του και παρουσίαση δέκα συνεντεύξεων του αλλά και μεταφράσεις που ο ίδιος έχει κάνει σε ένα σύνολο έργων αλλά και εισαγωγές που έχει σε έργα άλλων όπως του Ανδρόνικου Μαρκάκη και το Αχιλλέα Χατζόπουλου

Είναι γνωστό πως τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Ο Γ. Π. καταγράφει το σύνολό τους που είναι έξι (6) και συγκεκριμένα η αγγλική, η γερμανική, η ρουμανική, η ουγγρική ,η γαλλική και η ρωσική και δίνει πλήρη κατάλογο των έργων που έχουν εκδοθεί.

Η σοβαρότατη προσέγγιση του έργου του Ανδρέα Φραγκιά αποδεικνύεται και από την αναφερόμενη βιβλιογραφία που υπάρχει για κείνον και είναι ένας πλήρης κατάλογος όλων όσων ασχολήθηκαν με το έργο του· αγγίζεται το όριο των εκατόν σαράντα δύο (142) αναφορών. Επίσης στα συναφή γνωστικά πεδία η θεωρητική βιβλιογραφία αγγίζει το έργο των εκατόν εβδομήντα αναφορών (170).

Πρόκειται, λοιπόν, αναμφίβολα για μια εμπεριστατωμένη μελέτη, που μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά για οποιαδήποτε στο μέλλον ασχοληθεί με το έργο του Ανδρέα Φραγκιά και δικαίως αποτελεί φόρο τιμής στο έργο του μεγάλου νεοέλληνα πεζογράφου.





*Η Μίνα Πετροπούλου είναι Φιλόλογος - Dr κοινωνιολογίας


1 Αθήνα, 1921 - Αθήνα, 6 Ιανουαρίου 2002.
2Άνθρωποι και σπίτια (1955), Η καγκελόπορτα (1962), Λοιμός (1972), Το πλήθος (1986-87, 2 τόμοι, Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 1988).
3 H στοχαστική λογοτεχνία του Ανδρέα Φραγκιά, Παντελής Μπουκάλας, εφ. Καθημερινή, 08.01.2002
4 Ό.π.
5 H στοχαστική λογοτεχνία του Ανδρέα Φραγκιά, Παντελής Μπουκάλας, εφ. Καθημερινή, 08.01.2002
6 Λοιμός - Ανδρέας Φραγκιάς, Κατερίνα Μαλακατέ, http://diavazontas.blogspot.gr/2014/03/loimos-fragias.html
7 Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων (1919), Νηπενθή (1921), Ελεγεία και σάτιρες (1927)

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2008

Γιάννης Δημητρακάκης, Ρητορική και βία στο Λοιμό


Γιάννης Δημητρακάκης, Ρητορική και βία στο Λοιμό
Σημείο εκκίνησης της εργασίας μου αποτελούν οι εξής δύο διαπιστώσεις: πρώτον, ο ευθύς λόγος καταλαμβάνει σημαντική έκταση στον Λοιμό, καθώς τόσο οι κρατούντες όσο και οι κρατούμενοι εκφέρουν διαρκώς λόγο, ενώ οι μεταξύ τους λεκτικές ανταλλαγές είναι πολυάριθμες· δεύτερον, οι λόγοι αυτοί συνηθέστατα αντιμάχονται ο ένας τον άλλο. Με αφετηρία τις προκαταρκτικές αυτές διαπιστώσεις, μπορεί να διατυπωθεί η ακόλουθη υπόθεση: η πρωταρχική λειτουργία του λόγου και του διαλόγου στον Λοιμό δεν έγκειται, σύμφωνα με την παράδοση του αφηγηματικού ρεαλισμού, στην απόδοση χαρακτηρολογικών και ψυχολογικών γνωρισμάτων στα πρόσωπα που τον εκφέρουν, αλλά στη συγκρότηση ενός επικοινωνιακού πλαισίου όπου κυριαρχούν ο ανταγωνισμός, η αντιπαλότητα και η πολεμική. Η σύγκρουση του λόγου κρατούντων και κρατουμένων δεν εκδηλώνεται «με επιχειρήματα και διαφορετικές απόψεις αλλά κυρίως με τη διαφορετική χρήση της γλώσσας»[1]. Η εργασία μου αποσκοπεί στην περιγραφή του διαφορετικού αυτού τρόπου χειρισμού της γλώσσας και στην καταγραφή του γλωσσικού συσχετισμού δυνάμεων που αποκρυσταλλώνεται στο μυθιστόρημα του Αντρέα Φραγκιά.

1. Ο σοβαρός λόγος των κρατούντων

Ο λόγος των κρατούντων δεν είναι ομοιογενής, αλλά παρουσιάζει σημαντικές υφολογικές διαφοροποιήσεις, ανάλογα και με τη βαθμίδα την οποία οι εκάστοτε ομιλούντες καταλαμβάνουν στην ιεραρχία της εξουσίας. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, ο λόγος αυτός διακρίνεται για τη σοβαρότητά του: «Όλα έδειχναν πως κάτι σοβαρό θ’ ανακοινωθεί. Κάθε τι, όμως, εδώ λέγεται πολύ σοβαρά», παρατηρεί ο αφηγητής[2]. Από την καθοριστική αυτή ιδιότητα απορρέουν ορισμένα επιμέρους γνωρίσματά του:
α. Ο λόγος των κρατούντων είναι εν γένει σωστά αρθρωμένος, χωρίς κενά και χάσματα· συνήθως χαρακτηρίζεται από μια ορισμένη ευφράδεια και είναι πομπώδης και μεγαλορρήμων.
β. Η γλώσσα των εκπροσώπων της εξουσίας εμπεριέχει μια διάσταση ρητορική, που γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στις ομιλίες που μεταδίδονται καθημερινά από τα μεγάφωνα του στρατοπέδου και στους επίσημους λόγους, επιδίωξη των οποίων είναι να πείσουν (ή να μεταπείσουν) τους κρατούμενους να ασπαστούν τα ιδεώδη της εξουσίας· συχνά μάλιστα οι ομιλίες αυτές παίρνουν τη μορφή επιδεικτικού ρητορικού λόγου. Ο επιδεικτικός λόγος εγκωμιάζει ή ψέγει, με σκοπό να διαμορφώσει πρότυπα δημόσιας συμπεριφοράς. Στο παράθεμα που ακολουθεί, η ομιλία ενός "σπουδαίου επισκέπτη" που ήρθε από τον έξω κόσμο αποτελεί παράδειγμα εγκωμιαστικού λόγου:

«"Το μνημείο αυτό είναι η συμβολική γέφυρα που σας επιτρέπει να περάσετε από το σκοτεινό χθες στο ελπιδοφόρο και φωτεινό σήμερα. Την κατασκευάσατε με τα χέρια σας, με τη συνείδησή σας. Είναι η ίδια η συνείδησή σας που γεφύρωσε το ζοφερό χάος… Είναι ένα έργο πολιτισμού, όπως είναι και ολόκληρος τούτος ο τόπος του ηθικού εξαγνισμού και του μεγαλείου…"» (σ. 170).

Περίπτωση στηλιτευτικού λόγου αποτελεί το επόμενο απόσπασμα από ομιλία που εκφωνείται από τα μεγάφωνα:

«"Καιρός να σταματήσει η επιείκεια! Η συνέχιση της μεγαλοψυχίας γίνεται πια ενθάρρυνση του κακού! Υπάρχουν ακόμα μερικοί που μολύνουν την ατμόσφαιρα και μας εκθέτουν. Είμαστε όλοι υπεύθυνοι γι’ αυτή την καθυστέρηση […]"» (σ. 221).

γ. Οι κρατούντες αποβλέπουν, συνεπώς, στην εκφορά ενός λόγου που θα διακρίνεται για την αποτελεσματικότητα και τη δραστικότητά του, στον βαθμό που θα επιφέρει την κάμψη του ηθικού των κρατουμένων, τον φρονηματισμό τους και την πειθήνια στοίχισή τους στα κελεύσματα της εξουσίας. Το ιδεώδες των κρατούντων είναι επομένως μια δραστική χρήση της γλώσσας, κατά την οποία λέγειν και πράττειν συμπίπτουν: ένας λόγος που θα μετασχηματίζει, και μάλιστα ακαριαία, την πραγματικότητα.
Το πρότυπο της δραστικής χρήσης της γλώσσας είναι ο αποκαλούμενος επιτελεστικός λόγος. Έχουμε επιτέλεση όταν η ίδια η εκφορά του λόγου συνιστά πράξη. Είναι η περίπτωση, στον Λοιμό, διατυπώσεων όπως οι ακόλουθες, που αποτελούν καθ’ εαυτές συμβάντα:

«"Σε διατάζω να μου αναφέρεις αμέσως το μήνυμα που μετέδωσες […]"» (σ. 11).

«"Υπόσχομαι ότι δεν θα υποπέσω σε παρόμοιο παράπτωμα…"» (σ. 148).

δ. Ο λόγος της εξουσίας είναι μονοσήμαντος. Δεν επιδέχεται πολλαπλές ή αντικρουόμενες ερμηνείες. Το προς μετάδοση μήνυμα πρέπει να είναι σαφές και κατανοητό από όλους: «Η διαταγή αναλύθηκε εξαντλητικά για να μην υπάρχει καμμιά αμφιβολία» (σ. 20).
ε. Τέλος, ο λόγος της εξουσίας είναι ανώνυμος, απρόσωπος και αέναα επαναλαμβανόμενος, με αποτέλεσμα να αποκλείει το νέο και το διαφορετικό. Τα γνωρίσματα αυτά προσδιορίζουν κυρίως τους λόγους που μεταδίδονται από τα μεγάφωνα. Συνοψίζονται ωστόσο από τον αφηγητή στην περιγραφή που ο ίδιος δίνει των ομιλιών που εκφωνούν οι μεταμεληθέντες κρατούμενοι. Αν και στην περίπτωση αυτή ο λόγος δεν εκπορεύεται από τους κρατούντες αλλά από τους κρατούμενους, μπορούμε να τον εκλάβουμε ως φωνή της εξουσίας, καθώς, εάν δεν εκφέρεται καθ’ υπαγόρευσίν της, είναι οπωσδήποτε απόλυτα συμμορφωμένος με τις επιταγές της:

«Το απόγευμα γίνεται η τακτική συγκέντρωση ηθικού και ψυχικού φρονηματισμού. Ποτέ δεν θυμάσαι ποιος μίλησε, λες και είναι ο ίδιος, κάποιος ανώνυμος χωρίς πρόσωπο, μια φωνή όμοια και μουρμουριστή, σα να τη φέρνει ο αέρας από μακρυά. Ξαναλέει ό,τι είπαν αμέτρητοι πριν από αυτόν και με την ίδια κρυφή αγωνία, σαν τα κύματα στους βράχους, με το ίδιο μονότονο σούρσιμο, σαν το φύσημα του ανέμου. […] Και μένει πάντα αυτό το σφύριγμα, που δεν σβήνει ποτέ από τ’ αυτιά σου, μια αδιάκοπη μουρμούρα, ένα κλαψούρισμα, μια παραλλαγή του αέναου σκοπού, η επανάληψη του πραγματικού μύθου. […] Στ’ αυτιά τους φτάνει η ακαθόριστη μουρμούρα από το ξετύλιγμα της χιλιομασημένης ιστορίας, κάτι σαν σκόνη που κατακάθεται και τα θάβει όλα» (σ. 89-90).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τέσσερις παρομοιώσεις αυτού του παραθέματος. Σε αυτές, ο α΄ όρος σύγκρισης, ο λόγος δηλαδή των ανανηψάντων, προσλαμβάνεται κάθε φορά μέσα από το πρίσμα που εγκαθιδρύει ο β΄ όρος σύγκρισης, δηλαδή διαδοχικά ο αέρας, τα κύματα στους βράχους, το φύσημα του ανέμου και η σκόνη. Κατά συνέπεια, το σημασιολογικό πεδίο "λόγος της εξουσίας" συναρτάται με μια σειρά από όρους (άνεμος, κύματα και βράχοι, σκόνη) που εντάσσονται στο σημασιολογικό πεδίο "φύση". Έτσι, ιδιότητες όπως η ανωνυμία, η κυκλικότητα και η ατέρμονη επαναληπτικότητα μεταβιβάζονται από την ισοτοπία "φύση" στην ισοτοπία "λόγος της εξουσίας". Η μεταβίβαση αυτή είναι αποκαλυπτική μιας γενικευμένης τάσης διάλυσης και αφομοίωσης του πολιτισμού μέσα στους κόλπους της φύσης. Η συνακόλουθη ακύρωση της δυνατότητας να υπάρξει Ιστορία είναι το εφιαλτικότερο ίσως γνώρισμα του κόσμου του Λοιμού:

«Πέρα από δω δεν υπάρχει τίποτα. Ούτε πριν, αλλά ούτε και μετά, είναι δυνατόν να υπήρξε ή να γίνει κάτι άλλο που να μην είναι το ίδιο με τούτο. Ο κόσμος που ζούμε είναι αιώνιος και αναλλοίωτος. Και θα υπάρχει εις τον αιώνα» (σ. 70).

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι «στην πρώτη του μορφή ο Λοιμός είχε τον τίτλο Τα ζώα και τον υπότιτλο "Σημειώσεις φυσικής ιστορίας"»[3]: η μετατροπή των ανθρώπων σε ζώα και η υποκατάσταση της Ιστορίας από τη "φυσική ιστορία" καταδεικνύουν τη συρρίκνωση του ανθρώπου στα όρια της φυσικής του διάστασης[4].
Ας μου επιτραπεί, στο σημείο αυτό, μια παρέκβαση. Η αναίρεση, στον Λοιμό, του πολιτισμού και της Ιστορίας ως φορέων προόδου θέτει σε κίνηση μια ανάδρομη πορεία που οδηγεί στα βαθύτερα στρώματα της ανθρώπινης ψυχής, εκεί όπου η δικαιοδοσία του ορθού λόγου μοιάζει ελαχιστοποιημένη. Η κατάδυση στο αρχαϊκό στοιχείο φέρνει τον Λοιμό σε επαφή με την πεζογραφία του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Μια σημαντική τάση του λογοτεχνικού μοντερνισμού διαπραγματεύτηκε εκ νέου το αντιθετικό ζεύγος φύση/πολιτισμός και «πριμοδότησε το "άλλο" του δυτικού πολιτισμού, δηλαδή τη φύση και το πρωτόγονο ως το "αυθεντικό"»[5]. Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί μια κεφαλαιώδης διαφορά: ενώ σε πολλά μοντερνιστικά μυθιστορήματα διαφαίνεται η επιθυμία του αλλοτριωμένου υποκειμένου να επιστρέψει σε έναν κόσμο αρχέγονο, ανέγγιχτο από τον πολιτισμό και την Ιστορία, προκειμένου να ανακτήσει τη χαμένη του αυθεντικότητα[6], στον Λοιμό, αντιθέτως, η όψη ενός τέτοιου κόσμου εμφανίζεται αποτρόπαιη. Εάν ο λογοτεχνικός μοντερνισμός αμφισβήτησε ριζικά την υπέρμετρη νοησιαρχία του δυτικού πολιτισμού και απέδωσε αξία σε ποικίλες μορφές του ανορθολογικού στοιχείου, στον Λοιμό αναδεικνύεται η αρχέγονη βία με την οποία συνυφαίνεται η κυριαρχία του ανορθολογισμού. Σε αντιδιαστολή με τους μοντερνιστές συγγραφείς, στο κείμενο του Φραγκιά όχι μόνο δεν ανατιμάται η διάσταση του αρχαϊκού και του πρωτόγονου, αλλά και θεωρείται παράγοντας απανθρωπιάς και βαρβαρότητας[7].


2. Ο λόγος των κρατουμένων:
ανάμεσα στη ρητορική χρήση της γλώσσας και τον βαθμό μηδέν της ρητορικής


Ως εργαλείο κατανόησης και ταξινόμησης ορισμένων ιδιοτήτων του λόγου των κρατουμένων θα χρησιμοποιήσω εκ νέου τον όρο ρητορική, αυτή τη φορά με την έννοια των κανόνων και των τεχνικών που χρησιμοποιεί κάποιος στον λόγο του προκειμένου να πείσει τον ακροατή ή τον αναγνώστη του. Με κριτήριο την ανταπόκρισή του ή μη στην εκδοχή αυτή της ρητορικής, παρατηρούμε ότι ο λόγος των εγκλείστων, προφορικός αλλά και γραπτός, άλλοτε προσδιορίζεται από τη ρητορική χρήση της γλώσσας και άλλοτε, πολύ πιο συχνά, από την αντιρητορικότητά του.
Οι αποσιωπήσεις συνιστούν ένα βασικό ρητορικό σχήμα που μετέρχεται ο λόγος των κρατουμένων:

«"Για κείνο που λέγαμε… Σε παρακαλώ, έχει μεγάλη σημασία για μένα"» (σ. 195).

Πολυάριθμες είναι οι αποσιωπήσεις (και τα αποσιωπητικά) του κειμένου. Η συστηματική αποσιώπηση αυτών που δεν πρέπει να φτάσουν στα αυτιά της εξουσίας καθιστά τον λόγο των κρατουμένων διφορούμενο, υπαινικτικό και αμφίσημο, σε αντίθεση με αυτόν των κρατούντων ο οποίος, όπως ήδη ειπώθηκε, είναι μονοσήμαντος.
Ρητορικό τρόπο αποτελεί επίσης η χρήση της ειρωνείας. Επισημαίνω δύο μορφές ειρωνικής χρήσης της γλώσσας εκ μέρους των κρατουμένων:
α. Μίμηση της γλώσσας της εξουσίας.

«Πάλι το όργανο φώναξε κι’ η προσταγή του αντήχησε σ’ όλη τη χαράδρα:
"Θάψτε τον με τις πέτρες!"
Κανένας, βέβαια, δεν υπάκουσε. Και τότε, ο πρώτος της σειράς πέταξε χάμω την πέτρα του κι’ έσκυψε ν’ ανασηκώσει αυτόν που έπρεπε να θάψουν.
[…]
Ένας ανώτερος επόπτης ρώτησε:
"Γιατί δεν εκτελείτε τις διαταγές;"
Τότε, ο άγνωστος καταστροφέας προχώρησε και είπε σιγά και καθαρά:
"Αυτές οι ωραίες πέτρες κόπηκαν για να γίνουν οι θαυμαστοί κήποι! Δε νομίζω ότι αξίζει να πάνε χαμένες για ένα ασήμαντο μνήμα… Προτείνω να στερήσουμε τον πεσμένο μιας τόσο μεγάλης τιμής… Η τιμωρία που του αξίζει είναι να μεταφερθεί αμέσως στο νοσοκομείο… Έτσι, ο μεταφορέας αυτός δεν θα έχει την ευκαιρία να συμβάλει στην εκτέλεση του λαμπρού έργου!..."» (σ. 140-142).

Για να αποδοκιμάσει την εντολή που έχει δοθεί να ταφεί κάτω από πέτρες ο πεσμένος στο έδαφος και χτυπημένος κρατούμενος, ο "άγνωστος καταστροφέας" δεν είναι αναγκασμένος να προτείνει ένα υποκατάστατο, αντίθετο περιεχόμενο του αντίπαλου λόγου· περιορίζεται στην αναπαραγωγή της γλώσσας της εξουσίας, δίνοντας έμφαση και υπερθεματίζοντας. Ως εκ τούτου τα όργανα της εξουσίας αναγνωρίζουν τόσο την ειρωνική πρόθεση όσο και την προέλευση του λόγου του καταστροφέα: «"Αστείο! Αυτά τα λένε τα μεγάφωνα για σας…" είπε δακρυσμένος από τα χάχανα ένας επόπτης» (σ. 142).

[1] Έρη Σταυροπούλου, «Το πραγματικό, το φανταστικό και το παράλογο στον Λοιμό», στο Προτάσεις ανάγνωσης για την πεζογραφία μιας εποχής. Μ. Αλεξανδρόπουλος, Σπ. Πλασκοβίτης, Α. Φραγκιάς, Μ. Χάκκας, Δ. Χατζής, Σοκόλης, Αθήνα 2001, σ. 160.
[2] Αντρέας Φραγκιάς, Λοιμός, Κέδρος, Αθήνα 102001 (α´ έκδ. 1972), σ. 19. Στο εξής ο αριθμός των σελίδων θα δίνεται στο τέλος κάθε παραθέματος.
Για την έννοια και τα χαρακτηριστικά του σοβαρού λόγου (discours sérieux), βλ. την ανάλυση του Philippe Hamon, L’ironie littéraire. Essai sur les formes de l’écriture oblique, Hachette, Παρίσι 1996, σ. 59-64.
[3] Έρη Σταυροπούλου, «Το πραγματικό, το φανταστικό και το παράλογο στον Λοιμό», ό.π., σ. 156.
[4] Για τη θεματική της μεταμόρφωσης των ανθρώπων σε ζώα στον Λοιμό, βλ. στο ίδιο, σ. 155-157.
[5] Βλ. Τζίνα Πολίτη, «Η ιδεολογία της αυθεντικότητας και ο Ζορμπάς του Ν. Καζαντζάκη», στο Η ανεξακρίβωτη σκηνή, Άγρα, Αθήνα 2001, σ. 19-20. Η Πολίτη αναφέρει ενδεικτικά τους Τζ. Κόνραντ, Ντ. Χ. Λώρενς, Ε. Μ. Φόρστερ, Α. Ζιντ, Τόμας Μαν και Ε. Χέμινγουαίη.
[6] Βλ. στο ίδιο.
[7] Χαρακτηριστικός της απόκλισης αυτής του Λοιμού από τη λογοτεχνία του μοντερνισμού είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Φραγκιάς χειρίζεται τα μοτίβα του ήλιου, του φωτός και της θάλασσας. Στα κείμενα του μοντερνισμού, επισημαίνει η Πολίτη, «η επαναδιαπραγμάτευση του αντιθετικού ζεύγους Φύση/Πολιτισμός οδήγησε σε μια επαναξιολόγηση του γεωγραφικού άτλαντα»: οι ορθολογικά οργανωμένες χώρες του Βορρά υποτιμήθηκαν, ενώ οι θερμές χώρες του Νότου, με τον «αδυσώπητο ήλιο» και το «διάφανο, εκτυφλωτικό φως», όπου ο άνθρωπος βρίσκεται σε μυστική αρμονία με τους ρυθμούς της Φύσης, εξυμνήθηκαν (βλ. στο ίδιο). Κατά τρόπο αντίστροφο, στον Λοιμό, ο εκτυφλωτικός ήλιος, το αδυσώπητο φως, η ζέστη και η θάλασσα, μακράν του να συμβάλουν στην ευδαιμονική αναβάπτιση του υποκειμένου στις άδολες πηγές της ζωής, επιδεινώνουν τις συνθήκες βίας και καταναγκασμού που επικρατούν στο νησί. Πβ. την παρατήρηση της Έ. Σταυροπούλου για τη φύση που παρουσιάζεται απόλυτα εχθρική απέναντι στους κρατούμενους. «Η συμβολική λειτουργία του χώρου», στο Προτάσεις ανάγνωσης για την πεζογραφία μιας εποχής, ό.π., σ. 135.